Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

DONCAT: Οι νέοι διάλογοι

DONCAT: Οι νέοι διάλογοι:
Πέντε νέοι, αραχτοί σε καφετέρια. Τι κάνουν; Κοιτάζουν τα κινητά τους. Ο καθένας το δικό του. Δεν μιλάν, δεν συζητάνε, είναι απορροφημένοι από τις μικρές οθόνες τους.

Μη βιαστείτε να πείτε: «να που καταντήσαμε! Πάει ο διάλογος, πάνε οι απόψεις!»  Ο διάλογος συνεχίζεται, αλλιώς.

Άλλωστε έχετε ακούσει τις (προ κινητού) συνηθισμένες συζητήσεις σε τέτοιες παρέες;
-         Τι λε ρε μαλάκα! – Σιγά μην έβαζε γκολ ρε μ… - Ποιος, ο χασογκόλης;

Τώρα οι πέντε νέοι κάνουν κάτι οπωσδήποτε πιο δημιουργικό: Ο ένας μελετάει τους χάρτες και τον καιρό, για την αυριανή του έξοδο. Ο άλλος διαβάζει και γράφει σχόλια στο Facebook. Ο τρίτος ψάχνει μία τζαζ μπάντα στο YouTube. Ο τέταρτος ξεχωρίζει καρέ-καρέ τις φάσεις του χθεσινού πέναλτι και τις δείχνει στον πέμπτο που το αμφισβητεί. Ο οποίος πέμπτος στέλνει ένα μήνυμα στο κορίτσι του.

Γράφουν. Διαβάζουν. Φωτογραφίζουν. Πλέουν στον ωκεανό του Ιντερνέτ. Κάθε φορά που βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον το περνάνε στον διπλανό τους. Επικοινωνούν με το σύμπαν («ο Κόσμος ΙΙΙ» του Καρλ Πόπερ, που περιέχει όλα τα δημιουργήματα – αλλά και όλα τα εξαμβλώματα – της ανθρώπινης νόησης) και, μέσα από το σύμπαν, μεταξύ τους.

Σιγά τον παλιό …Πλατωνικό τους διάλογο, που χάθηκε λόγω κινητού!

Μια και θυμήθηκα τον Πλάτωνα. Ας υποθέσουμε (επιστημονική φαντασία) πως τον ανασταίναμε και τον φέρναμε στον σημερινό κόσμο. Τι θα του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση;

Οι φιλοσοφικές μας επιδόσεις; Αμφιβάλλω. Οι δικές του παραμένουν καλύτερες. Η ομορφιά της Αθήνας; Μπα – στην εποχή του μάλλον ήταν πιο όμορφη (και χωρίς γκράφιτι). Οπότε, τι;

Μα, το έξυπνο κινητό! Θα έμενε άναυδος μπροστά σε μία συσκευή που περιέχει όλες τις γνώσεις, τις τέχνες τις θεωρίες (ακόμα και τους «Διαλόγους» του) και χωράει στην τσέπη μας. Που φωτογραφίζει και βιντεοσκοπεί, κάνει υπολογισμούς, προβλέπει τον καιρό και μεταφράζει σε όλες τις γλώσσες. Α – ναι και σε φέρνει σε επικοινωνία, ακόμα και οπτική, με οποιονδήποτε άνθρωπο σε οποιοδήποτε μέρος της γης!

Φοβάμαι πως όταν θα γύριζε πίσω, στα Ηλύσια Πεδία και τα έλεγε, θα τον έκλειναν σε ουράνιο φρενοκομείο.

Εδώ και χρόνια ισχυρίζομαι πως η μεγαλύτερη πνευματική δημιουργία της εποχής μας είναι η τεχνολογία. Και επιμένω στη λέξη πνευματική. Δεν πρόκειται (όπως ισχυρίζονται οι σοφολογιότατοι) για βίδες και μπουλόνια. Προϋποθέτει βαθιά γνώση σε πολλούς επιστημονικούς αλλά και καλλιτεχνικούς τομείς, φαντασία, ευρηματικότητα, επινοητικότητα και αισθητική. Έργα άλλης τέχνης. Εκεί συντελείται το νέο.

Δυστυχώς στη χώρα μας την τεχνολογία την χρησιμοποιούμε, αλλά δεν την εμπιστευόμαστε, ούτε την αξιοποιούμε. Το ψηφιακό κράτος, που κάνει τα πάντα με ένα κλικ, το έφτιαξαν άλλες χώρες – όχι εμείς. Και ένιωσα μεγάλη απογοήτευση όταν έμαθα πως οι περισσότεροι υποψήφιοι για την ηγεσία του Νέου Κέντρου, απέρριψαν την «εξ αποστάσεως ψηφιακή ψηφοφορία».


Άνθρωποι που θέλουν να εκσυγχρονίσουν και να ανανεώσουν την Ελλάδα, προτιμούν τα (σταυρωμένα) ψηφοδέλτια. Δηλαδή, τον αραμπά…

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Οι τοίχοι που πληγώνουμε


Το να γράφεις στους τοίχους είχε νόημα την εποχή που «ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία». Τότε κάποιος έπρεπε να τη γράψει στον τοίχο με μπογιά.
Και ναι, ο τοίχος ήταν κάποτε κόμβος επικοινωνίας -και το facebook, τοίχο δεν έχει; Έπαιρνε πάνω του το σύνθημα και το αίτημα. Έγραφε εκείνο που δεν τύπωνε η εφημερίδα. Έδινε βήμα σε ευρηματικούς στιχουργούς και απελπισμένους καψούρηδες. Βαφόταν με συναίσθημα. Δεν ήταν μόνο ντουβάρι. Ήταν και διέξοδος.
Σήμερα υπάρχουν τα δίκτυα που καλύπτουν την επικοινωνία του δρόμου. Έχεις μεγαλύτερο κοινό. Παίρνεις ανταπόκριση, δημιουργείς ομάδα. Δεν επεμβαίνεις αυτοβούλως και παρανόμως σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία. Λες περισσότερα, ξεκούραστα και χωρίς κανένα ρίσκο.
Και όμως. Ζητήστε από τα μάτια σας να συμπεριφερθούν σαν να βλέπουν για πρώτη φορά το ελληνικό αστικό τοπίο. Να τα δουν όλα σαν μέσα από βλέμμα ξένου. Όπως ένας άνθρωπος που φτάνει τώρα στην Ελλάδα. Από την αρχή. Οι τοίχοι των πόλεων έχουν τεράστιες κηλίδες από μουτζούρες. Και πάνω τους μπορείς να διαβάσεις τα πάντα: οπαδικά συνθήματα, καλέσματα του «χώρου», εφηβικές αγάπες, ακατανόητα συνθηματικά που επιβεβαιώνουν το «ταγκάρισμα» της περιοχής, κοινώς τον έλεγχο της από συγκεκριμένη παρέα και πάει λέγοντας. Το γκραφίτι είναι άλλη περίπτωση, δεν μας απασχολεί εδώ.
Οι άνθρωποι που γράφουν στους τοίχους δεν είναι λίγοι. Και γράφουν παντού. Σε τοίχους και εισόδους πολυκατοικιών. Σε δημόσια κτίρια, πάνω σε πεζοδρόμια και γέφυρες. Σε πανεπιστημιακά κτίρια, φυσικά. Συχνά δε, ακόμα και σε διατηρητέα κτίρια ή σε εμβληματικά σημεία, όπως η αθηναϊκή τριλογία. Η αλήθεια είναι ότι, προς το παρόν, δεν έχουμε δει το μαύρο ή το κόκκινο σπρέι επάνω σε αρχαία μάρμαρα. Ποτέ δεν είναι αργά, πάντα υπάρχει χρόνος μέχρι κάποιος να καταγγείλει την ταξική κοινωνία της αρχαίας Αθήνας. Δεν θα το διαβάσει, βέβαια, ουδείς εκ των ενδιαφερομένων. Όμως ποιος στην πραγματικότητα προσέχει τι γράφεται μέσα στις μουτζούρες των τοίχων; Ποιος από σας θυμάται το σύνθημα που διάβασε πρόσφατα σε έναν τοίχο; Πιθανότατα οι μόνοι που διαβάζουν τα μηνύματα των τοίχων είναι εκείνοι που τα έγραψαν και αυτοί που καλούνται να τα υποστούν ή να τα σβήσουν.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Για ποιο λόγο το ελληνικό αστικό περιβάλλον σημαδεύεται άτεχνα, αυθαίρετα, και χυδαία;
Πρώτον, επειδή σε μεγάλο βαθμό, του «αξίζει» αυτή η μεταχείριση, τη διεγείρει. Οι άσχημες πόλεις ευνοούν τις «βίαιες» συμπεριφορές. Θα δεις συνθήματα στο κέντρο της Αθήνας, αλλά δεν θα δεις στην Πλάκα. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον κόσμο που κυκλοφορεί στις συγκεκριμένες περιοχές. Είναι και ο σεβασμός που επιβάλλει ο χώρος. Αλλιώς φέρονται οι άνθρωποι στο μετρό και αλλιώς στον Ηλεκτρικό.
Δεύτερον, είναι τα κατάλοιπα μίας πολιτικής αντίληψης που θεωρεί πράξη ανατροπής και αντίστασης την επέμβαση σε έναν τοίχο. Βέβαια, κάποτε ήταν. Δεν είναι σήμερα. Όμως το «ακτιβίστικο» και «επαναστατικό» κομμάτι της κοινωνίας μας πορεύεται με κώδικες προηγούμενων δεκαετιών. Δεν χρειάζεται να είμαστε πολλοί. Αρκούν και τρία άτομα για να γίνουμε «συλλογικότητα» και να βάψουμε μαύρο το Πολυτεχνείο.
Τρίτον, είναι το πλαίσιο ατιμωρησίας και η χαλαρότητα στην, προερχόμενη από τους πολίτες, αυθαιρεσία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει περίπτωση να υποστείς ποινικές ή οικονομικές συνέπειες έτσι και συλληφθείς με το σπρέι στο χέρι. Ξέρω ανθρώπους που έπιασαν στα πράσα νεαρούς όταν έγραφαν για την ομάδα τους σε φρεσκοβαμμένο τοίχο. Εδώ και χρόνια δεν έχουν βγάλει άκρη ώστε να αποζημιωθούν.
Το θέμα είναι, βέβαια, βαθιά πολιτικό, γιατί ξεκινάει από την αισθητική. Και είναι η αισθητική, ως έκφραση παιδείας, που σε σημαντικό βαθμό προσδιορίζει και τη στάση μας στα κοινά. Το λέρωμα των τοίχων ανήκει ουσιαστικά στο ίδιο πλαίσιο συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει τον «Ελληνάρα». Είναι η έλλειψη σεβασμού προς το δημόσιο και το ιδιωτικό. Κάποτε μπορεί και να χρειαζόταν, ως πράξη αντίστασης. Σήμερα είναι βαρβαρότητα που έχουμε συνηθίσει.


Του Κώστα Γιαννακίδη, Protagon, 2-5-2016

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Δεν είναι τέρατα και δεν είναι οι μόνες

Θ​​α μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε. Συνέβη προ ημερών στην Κωνσταντινούπολη. Δύο γυναίκες που βιάζονταν, παρακίνησαν έναν άντρα που απειλούσε να αυτοκτονήσει, αλλά δίσταζε με αποτέλεσμα να προκαλέσει «μποτιλιάρισμα», τελικά να το κάνει: «Τελείωνε, επιτέλους. Είμαστε παγιδευμένες εδώ τόσες ώρες εξαιτίας σου. Άντε πήδα!» φώναξαν στον άνδρα που είχε σταματήσει το αυτοκίνητό του στη γέφυρα του Βοσπόρου και σκεφτόταν να πέσει στο κενό. Ο Ερόλ Τζετίν, λοιπόν, δρασκέλισε το κιγκλίδωμα της γέφυρας και πήδηξε από ύψος 64 μέτρων. Λίγο αργότερα τα μέλη των σωστικών συνεργείων ανέσυραν τη σορό του από τα νερά του Βοσπόρου, ενώ η αστυνομία συνέλαβε τις δύο γυναίκες, ηλικίας 49 και 27 ετών. Όπως μετέδωσε το τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο CNN-Türk, οι άνδρες της ειδικής ομάδας της αστυνομίας ήταν πολύ κοντά στο να πείσουν τον 45χρονο να μην αυτοκτονήσει...
Ελαφρότητα ή κυνισμός επέκεινα της πωρώσεως; Σίγουρα επικράτηση της ατομικής βολής επί του αλλότριου προβλήματος. Επισκίαση της ανθρωπιάς από τον εγωισμό. Εγκλωβισμός σε έναν προσωπικό μικρόκοσμο, απρόσβλητο ακόμη και από την απειλή του θανάτου (του άλλου), από τη σκέψη, να βρεθούν κάποτε οι ίδιες στη θέση του άτυχου αυτόχειρα.
Δεν είναι τέρατα και δεν είναι οι μόνες, παρά μόνο δύο τυχαίες περιπτώσεις ανάμεσα στους πολλούς που κυκλοφορούν στους δρόμους γαλβανισμένοι μέχρι αναισθησίας από τον ατομισμό. Είναι ίσως οι ίδιοι άνθρωποι που παρκάρουν στις διαβάσεις των πεζών, που πιάνουν τη συζήτηση μπρος σε μια πόρτα, αδιαφορώντας αν φράζουν την είσοδο στους άλλους, που στέκονται μπρος απ’ όλους στο φανάρι, ώστε να ξεκινήσουν πρώτοι, που παραγκωνίζουν εκείνους που περιμένουν στην ουρά, για να φτάσουν γρήγορα στο ταμείο, που σε ξενυχιάζουν στο λεωφορείο και ούτε τους περνάει από το μυαλό να ζητήσουν συγγνώμη κ.ο.κ. Για τον καθένα από αυτούς δεν υπάρχει άλλος, παρά μόνο ο εαυτός τους, το μοναδικό ακλόνητο σημείο στο σύμπαν. Η ελευθερία τους έρχεται αντιμέτωπη με την «οχληρή» ελευθερία των άλλων. Μικρή αίσθηση σύνδεσης, συγγένειας με τους άλλους.
Και, όμως, οι περισσότεροι, ή και όλοι, θα έδειχναν συμπόνια προς τον πάσχοντα, εκείνη την παλιά αυτονόητη ευσπλαχνία. Όμως η φωνή του ανθρώπου που κοιμάται στο βάθος κάθε ανθρώπου είναι ισχνή. Σε έναν κόσμο που διέπεται από τη λογική της ανταγωνιστικότητας, της πρωτιάς, ο καθένας βαδίζει μόνος. Το ενδιαφέρον για τον άλλο είναι μια στάση με μηδενική οικονομική απόδοση, δεν έχει τιμή, «βάρος». Είναι μια πνοή αέρα που δεν καταλαμβάνει θέση σε ένα χώρο ρυθμισμένο να παράγει για να καταναλώνει. Το άτομο συνθλίβεται μέσα στα μεγάλα τεχνικά γραφειοκρατικά συστήματα, και είναι στον ελεύθερο χρόνο, στην ιδιωτική ζωή που ψάχνει να βρει ενδιαφέρον, επάρκεια και ευχαρίστηση. Ακόμη κι αν δεν γυρίζει την πλάτη σε ό,τι συνιστά πρόβλημα, στην εξαθλιωμένη ζωή μέσα σε μια ξένη κοινωνία, στην ανημπόρια ή στη δύναμη του ανθρώπου, και μπορεί να κλάψει στη θέα ενός νεκρού προσφυγόπουλου, δεν επενδύει σε τίποτα πέρα από τη ζωή του. Αρνείται να ταράξει ό,τι έχει τακτοποιηθεί μέσα στα καθημερινά του δόγματα.
Όμως, αν λησμονήσει την κοινή ανθρώπινη μοίρα, τη γειτονική ύπαρξη, θα λησμονήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Θα ξαναγυρίσει στο αρχέγονο χάος. Και κανένα όνειρο δεν θα εξωραΐζει πια την άγονη απεραντοσύνη.
Της Τασούλας Καραϊσκάκη, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Μαθητές υπό την πίεση της βαθμοθηρίας και των γονέων

Ακραία, χωρίς αμφιβολία, η ενέργεια ενός δασκάλου δημοτικού να στείλει στους γονείς των μαθητών του επιστολή, εξηγώντας πως βαθμολόγησε τα παιδιά με άριστα, κατόπιν ισχυρών πιέσεων που του άσκησαν ορισμένοι εξ αυτών. Διευκρινίζοντας ότι η αξιολόγησή του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διατυπώνει την ευχή τα παιδιά να καταφέρουν στο μέλλον να κατακτήσουν τους ίδιους βαθμούς με την αληθινή τους αξία.
Η επιστολή κυκλοφόρησε πρόσφατα στο Διαδίκτυο, φέρνοντας τον εκπαιδευτικό σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση στο εργασιακό του περιβάλλον –απειλήθηκε ακόμη και με ΕΔΕ–, καθώς μία κίνηση καλοπροαίρετη, σύμφωνα με τον ίδιο, διέρρευσε χωρίς να το επιθυμεί, όταν μάλιστα ανάλογη πίεση δέχονται από τους γονείς εκπαιδευτικοί σε πολλά ελληνικά σχολεία.Τι αποτυπώνει αλήθεια μία τέτοια κίνηση; Αν και υπερβολική αυτή καθεαυτή ως αντίδραση, μήπως τελικά η βαθμοθηρία είναι βαθύτερα ριζωμένη στο DNA των γονέων – αλλά και των ίδιων των παιδιών;
«Ωχ! Πήρα 19 Γεωγραφία. Ποιος την ακούει τώρα τη μάνα μου που δεν έφερα 20!» μονολογεί ο 12χρονος Γιάννης επιστρέφοντας το μεσημέρι από το σχολείο. «Καλά εσύ πήρες 18, ο Γιώργος όμως σε πέρασε;», επιμένει να ανακρίνει κάθε φορά τον γιο της, μαθητή Α΄ Γυμνασίου, η κ. Κατερίνα. Η πραγματικότητα, κοινή σε μεγάλη μερίδα οικογενειών.
Από το Δημοτικό
«Το άγχος επίδοσης είναι πλέον ιδιαίτερα αισθητό. Η βαθμοθηρία ξεκινά νωρίς. Στις μικρότερες τάξεις εκδηλώνεται με την τελειομανία – να είναι το παιδί γραμμένο, τα τετράδια άψογα... Από την Ε΄ τάξη, κατά την οποία, από το Αριστα ή το Καλά η βαθμολογία γίνεται αριθμητική, ο στόχος των υψηλών επιδόσεων μπαίνει στο κάδρο. Στο Γυμνάσιο, το κυνήγι του βαθμού εντείνεται, ενώ πλέον στο Λύκειο εγκαθιδρύεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του εφήβου, που πελαγώνει, έχει εκρήξεις θυμού ή πανικού. Υποφέρει αλλά δεν ξέρει πώς αλλιώς να διαχειριστεί την κατάσταση, όντας εγκλωβισμένος σε μία «επένδυση στην τελειότητα». Και οι γονείς; Είναι διατεθειμένοι να τα παραβλέψουν όλα, αρκεί να έρθει η επιτυχία στις εξετάσεις. «Εντάξει, μία χρονιά είναι, θα πιεστεί λίγο...», αποτυπώνει την κατάσταση η κ. Αντζελα Ματσακά, σχολική ψυχολόγος. Τι εισπράττουν οι εκπαιδευτικοί από τους γονείς; «Το παιδί μου είναι πραγματικά ξεχωριστό. Απορώ πώς δεν το βλέπετε!», «Είναι το εξυπνότερο παιδί σε όλο το σχολείο!», «Καλό το 18, υπάρχει όμως και το 20...», «Είσαι ο καλύτερος κι απαιτείς από τον εαυτό σου μόνο το άριστα». «Ωραία, πήρε το παιδί μου 19. Ποιος είναι όμως ο μέσος όρος της τάξης;», μερικές από τις συνηθέστερες αντιδράσεις, σύμφωνα με την κ. Ιωάννα, φιλόλογο με πολυετή εμπειρία.
Ποιο είναι το «κρυμμένο μήνυμα» πίσω απ’ όλα αυτά κατά την ειδικό; «Συνήθως, αν και υπαρκτή η απαίτηση για υψηλούς βαθμούς, δεν εκφράζεται ρητά. Εκδηλώνεται με έντονο άγχος για τη μελέτη του παιδιού και πίεση, η οποία συχνά συνοδεύεται από λεκτική ή σωματική βία. Κι όταν έρχεται ο βαθμός, αν είναι καλός, διακρίνεις μία ικανοποίηση, σαν να ανήκει η επιβράβευση στον γονέα. Στην αντίθετη περίπτωση, οι γονείς αντιδρούν με “μούτρα”, δείχνουν την απογοήτευσή τους. Ο λόγος; Ευθύνεται κυρίως η απουσία ρεαλιστικών προσδοκιών σε σχέση με τις επιδόσεις των παιδιών. Οι γονείς δεν συνειδητοποιούν ότι το κάθε παιδί έχει τη δική του νοημοσύνη, ιδιοσυγκρασία και κλίσεις. Δεν μπορούν όλα να ανταποκριθούν ή χρειάζονται έναν εναλλακτικό τρόπο μάθησης».
Ενας φαύλος κύκλος
Και πώς λειτουργούν τα παιδιά κάτω από την πίεση της βαθμοθηρίας; Οπως εξηγεί η κ. Ματσακά, «παρουσιάζουν αγχώδεις εκδηλώσεις, τικ, τριχοτιλλομανία, χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δίνουν μεγάλη έμφαση στην καταναγκαστικότητα – όπως, “πρέπει να τα κάνω όλα τέλεια”. Απόρροια όλων αυτών, η πεσμένη διάθεση, το κλάμα, η δυσκολία συγκέντρωσης και προσαρμογής, ίσως και η άρνηση για το σχολείο. Βλέπεις μαθητές της Γ΄ Δημοτικού να λένε “δεν είμαι καλός”, “έκανα δύο λάθη, δεν αξίζω” – κυρίως τα πιο έξυπνα παιδιά με αυτογνωσία, έχουν μεγάλη πρόσβαση σε τέτοιες σκέψεις.
Η κατάσταση επιδεινώνεται στην εφηβεία, καθώς υπεισέρχεται έντονα ο ψυχολογικός παράγοντας, οι ορμονικές και ψυχοσεξουαλικές αλλαγές. Εκεί, το παιδί μπορεί να παρουσιάσει κατάθλιψη αλλά και απώλεια σχέσεων, να δυσκολεύεται δηλαδή να διατηρήσει φιλίες, να απομονωθεί ενώ παράλληλα, οι σχέσεις με τους γονείς γίνονται πολύ συγκρουσιακές. Αποτέλεσμα; Ενας φαύλος κύκλος - το άγχος επίδοσης επηρεάζει την απόδοση των παιδιών και το αντίστροφο». Ποιος ευθύνεται τελικά; Η ειδικός αποφαίνεται πως «το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας ενισχύει τη βαθμοθηρία. Οι γονείς έχουν προσαρμοστεί σ’ αυτό, οπότε οι δύο πλευρές αλληλοτροφοδοτούνται».
Εμφαση στη μελέτη αντί για το αποτέλεσμα
«Επειδή η βαθμοθηρία καλλιεργείται συνήθως από νωρίς, καλό είναι οι γονείς να αλλάξουν εγκαίρως τον τρόπο νοηματοδότησης της επίδοσης» συμβουλεύει η σχολική ψυχολόγος, κ. Αντζελα Ματσακά.
Τι σημαίνει ο βαθμός; Σύμφωνα με την ίδια, «δεν είναι παρά ένα μέσο για να ενισχυθεί η προσπάθεια του παιδιού. Δεν είναι αντανάκλαση της αξίας του, ούτε δείκτης της νοημοσύνης του, ενώ δεν εξασφαλίζει τη μελλοντική επιτυχία του στη ζωή. Αν το καταλάβει ο γονιός, θα το καταλάβει και το παιδί. Καλό είναι να δοθεί έμφαση στη διαδικασία της μελέτης αντί για το αποτέλεσμα, να αναδειχθεί η σημασία της γνώσης, προκειμένου να αποσυνδεθεί ο βαθμός από την “αξία” του μαθητή. Ειδικά στο δημοτικό, αυτό γίνεται πολύ εύκολα, συσχετίζοντας τις σχολικές γνώσεις με την καθημερινή ζωή, με μία λειτουργικότητα – π.χ. χρήση μαθηματικών στα ψώνια ή στο μαγείρεμα. Σημαντικό, επίσης, είναι να αμφισβητήσουμε όλη αυτή την “επένδυση στην τελειότητα”, παύοντας να επισημαίνουμε διαρκώς τα λάθη. Ο χαμηλός βαθμός δείχνει ότι “μάλλον κάτι δεν πήγε καλά” και από κάτι τρομακτικό ή απειλητικό, μετατρέπεται σε χρήσιμο μήνυμα που θα οδηγήσει στη βελτίωση. Και το πιο σημαντικό: να προσαρμόσουν οι γονείς τις προσδοκίες τους στις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού τους, να το βοηθήσουν να δει τις ικανότητες για να τις αξιοποιήσει αλλά και τις αδυναμίες του, ώστε να τις δουλέψει».
Αναδημοσίευση από το Alfavita

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Σε αναζήτηση νοήματος



​​Τα έργα στα οποία κυριαρχούν το σεξ και η βία πυκνώνουν τα τελευταία χρόνια. Και τα δύο θέματα αποτελούν αρχέγονα μοτίβα των τεχνών, ασχέτως αν προβάλλονται ελλειπτικά ή με ωμή αναπαράσταση των πράξεων. Στην αρχαία τραγωδία, η βία δεν εμφανίζεται στη σκηνή του θεάτρου και υπάρχει για να θυμίζει στους ανθρώπους τη σημασία της μετριοπάθειας. Καθώς η δυνατότητά τους να γνωρίζουν και να ελέγχουν το ριζικό τους περιορίζεται από την κοντόφθαλμη προοπτική των συμφερόντων που υπηρετούν, οι συνέπειες των πράξεών τους έχουν μεγαλύτερο χρονικό βάθος από τα πρόσκαιρα οφέλη που δρέπουν. Η μετριοπάθεια, ως φυσικό επακόλουθο της αυτογνωσίας, είναι το μεγάλο δίδαγμα της αρχαίας τραγωδίας, το οποίο λανθάνει σήμερα.

Αντίθετα με τον κόσμο της τραγωδίας, ο μεταμοντέρνος κόσμος είναι χωρίς έρμα. Η βία του είναι ανεξήγητη, και γι’ αυτό ανεξέλεγκτη. Η μεταμοντέρνα αντίληψη είναι ότι οι ανθρώπινες πράξεις έχουν αποκλειστικά υποκειμενικά ελατήρια, και γι’ αυτό οδηγούνται συνήθως από την ιδιοτέλεια και την αυτοϊκανοποίηση. Η αποβολή των κανονιστικών όρων από τη συμπεριφορά του μεταμοντέρνου ανθρώπου στις τέχνες καθιερώνει την άμεση ικανοποίηση ως ζητούμενο σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνίας. Η ανεξέλεγκτη βία έρχεται ως φυσικό επακόλουθο της αντίληψης αυτής.
Το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Κόρμακ Μακ Κάρθι «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» μεταφέρθηκε με αριστοτεχνικό τρόπο από τους αδελφούς Κοέν στην οθόνη με όλη την αγριότητα που χαρακτηρίζει τα έργα του Μακ Κάρθι. Αναρωτιέται όμως ο θεατής αν ο ανέκφραστος επαγγελματίας δολοφόνος (Μπαρδέμ), που εκτελεί μεθοδικά τα θύματά του χρησιμοποιώντας όπλο το οποίο λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα για να σκοτώνει αθόρυβα τα μεγάλα ζώα στα σφαγεία, είναι το μοναδικό μήνυμα της ταινίας. Σε ποια σκέψη μάς παραπέμπουν οι δημιουργοί οι οποίοι ασχολούνται εδώ με έναν απόλυτα περιθωριακό υπόκοσμο; Βέβαια, το περιθώριο εντυπωσιάζει τους άπραγους αστούς που η ζωή τους κυλάει χωρίς συγκλονιστικές εμπειρίες, ώστε το εικονικό σεξ και η βία να αφυπνίζουν για λίγο τη φαντασία τους.
Ομως η τέχνη πάσης μορφής εμπλέκεται σε τελευταία ανάλυση και με ζητήματα ηθικής και εκπαίδευσης. Ποια η σημασία τού να εκτίθεται ο θεατής σε αγριότητες χωρίς περιεχόμενο ή δίδαγμα; Ο εθισμός στη σκληρότητα της επαρχιακής πατριαρχίας οδηγεί τα παιδιά σε έναν μελλοντικό ολοκληρωτικό κόσμο. Ο προβληματισμός αυτός κάνει τη «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε μια τελείως διαφορετική εμπειρία από εκείνη του Κόρμακ Μακ Κάρθι.

Οι υπερπαραγωγές της ιστορικής φαντασίας, όπως η τριλογία του Τόλκιν ο «Αρχοντας των δαχτυλιδιών», προοριζόταν κάποτε για μεγάλους και παιδιά. Παρουσίαζε τα παιχνίδια εξουσίας σε κάποιον άγνωστο μεσαιωνικό χρόνο με τη γεωγραφία της «μέσης γης» και κατηγορίες ζωντανών όντων που δεν ήταν όλοι «άνθρωποι», αλλά μπορούσαν να συμπράξουν χωρίς να απαξιώνουν οι μεν τους δε. Η ισότητά τους δομείται στο δικαίωμα της ύπαρξης, και γι’ αυτήν αγωνίζονται κατά των δυνάμεων που θέλουν να τους καταργήσουν.

Η τηλεοπτική σειρά «Παιχνίδι των θρόνων» (Game of Thrones) είναι αυστηρώς ακατάλληλη για παιδιά αλλά και για ενήλικες. Πέρα από το σεξ, που παρουσιάζεται σε όλες τις πιθανές ποικιλίες και συνδυασμούς, υπάρχει και η ψυχολογική βία που ασκείται χωρίς αποχρώντα λόγο στους θεατές, ώστε να παρακολουθούν όλους τους καλούς ήρωες να σφαγιάζονται και τους κακούς να θριαμβεύουν (τουλάχιστον στην πρώτη σεζόν). Το παιχνίδι της εξουσίας είναι παλαιό θέμα στη λογοτεχνία, το παιχνίδι με τα συναισθήματα των θεατών είναι το σπορ των δημιουργών της σειράς, ώστε να συμπεραίνουμε ότι μόνο τα καθάρματα προορίζονται γι’ αυτό τον κόσμο γιατί αντιλαμβάνονται τους κανόνες του παιχνιδιού.

Οσοι ζήσαμε κάποτε τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι και παρακολουθήσαμε καρέ καρέ την ταινία μιας ερασιτεχνικής μηχανής που συνέλαβε τυχαία το φοβερό γεγονός καθώς συνέβαινε αναρωτηθήκαμε μήπως η τέχνη αντιγράφει απλώς μια ανεξήγητη πραγματικότητα με όλη της την ψυχρή αντικειμενικότητα. Ομως, η πραγματικότητα η οποία μας περιβάλλει δεν γράφεται από κάποιον επώνυμο ούτε είναι προϊόν μιας εσκεμμένης υπόθεσης εργασίας. Ασφαλώς, η ζωή προσφέρει την πρώτη ύλη για όλες τις δημιουργίες των ανθρώπων, αλλά είναι χαοτική και αποκρυπτογραφείται εν μέρει μόνο, από θετικούς επιστήμονες και φιλοσόφους, αφήνοντας τα πιο σημαντικά ερωτήματα στο σκοτάδι.

Δεν είναι υποχρεωτικό η μίμηση της ζωής από την τέχνη να έχει διδακτικά μηνύματα, εφόσον αποτελεί τίμιο καθρέπτη της εσωτερικής μας αλήθειας. Η φύση μπορεί να είναι αδυσώπητη, όμως οι άνθρωποι ζουν δίνοντας νόημα στις πράξεις τους. Ποια η έννοια της περιφρόνησης αυτής της πραγματικότητας από κάποιον δημιουργό; Η εικονική αγριότητα όταν δεν έχει αυτό το νόημα δεν προκαλεί κάθαρση στον θεατή, απλώς τον ταράζει. Το έσχατο όριο της τέχνης είναι να προσφέρει στον θεατή ένα κουβάρι για να το ξεμπερδέψει ο ίδιος.
* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Η Β΄ γυμνασίου παραπονιέται...

Κι αν είστε χωρισμένοι, που με ενοχλεί κάπως, δεν πειράζει, μου φτάνει που με αγαπάτε.

Θα ήθελα να έχουμε περισσότερο χρόνο, να τον περνάμε μαζί σαν οικογένεια.

…και προσπάθησα να σας ρωτήσω γι’αυτό το θέμα, συνέχεια έχετε δουλειά και δεν μπορείτε, μου λέτε να έρθω μετά και να σας το πω.

… οι συνεχείς καυγάδες που υπάρχουν ανάμεσα σε εμένα και την αδελφή μου, στους οποίους επεμβαίνετε και θα σας παρακαλούσα να τα «βρίσκουμε» μόνες μας και είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρουμε.

Θα ήθελα να σας παρακαλέσω να με αφήνετε να έρθω (από το σχολείο) καμιά φορά μόνη μου ή μαζί με τους φίλους μου για να μάθω πώς είναι «να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα».

Θέλω να σας μιλήσω για την πίεση και το άγχος που εισπράττω κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά με το σχολείο, ή όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα μεταξύ σας, όλο αυτό μου προκαλεί μια ψυχολογική πίεση.

Είστε πολύ καλοί γονείς που φροντίζουν, βοηθούν και συμπαραστέκονται στα παιδιά τους. Σας Ευχαριστώ!

Δεν περνάτε αρκετή ώρα μαζί μας, λόγω της δουλειάς σας, δεν συζητάτε μαζί μας και δεν ακούτε τα προβλήματά μας.

Ξεχνάτε πως κάποτε ήσασταν κι εσείς παιδιά και κάνατε κι εσείς λάθη και απερισκεψίες. Αφήστε μας λοιπόν να κάνουμε κι εμείς λάθη και να μάθουμε από αυτά.

Δεν με πειράζει που έχετε χωρίσει γιατί μιλάτε και είστε σαν φίλοι.

Αφήστε με λοιπόν κι εμένα να κάνω τα δικά μου λάθη για να μάθω από αυτά.

Μην ελέγχετε τα πάντα στη ζωή μου. Δείξτε μου λίγη εμπιστοσύνη. Μπορεί να εκπλαγείτε από τα πράγματα που θα μπορούσα να κάνω.

Πρέπει να μου λέτε την αλήθεια, όσο σκληρή και αν είναι.

Μερικές φορές πρέπει να με ακούτε και να μη με αποπαίρνετε.

Πολλές φορές όταν γυρνάς από τη δουλειά και είσαι κουρασμένη, έχεις πολύ κακή διάθεση και μας φωνάζεις με το παραμικρό.

Καταλαβαίνω τη διάθεση που έχεις να κάνουμε μαζί πράγματα και ειδικά προπονήσεις, αλλά όταν δεν τα πηγαίνω καλά, γίνεσαι πολύ σκληρός μαζί μου.

Παρόλα τα παράπονά μου, ξέρω ότι με αγαπάτε και σας αγαπάω και εγώ πολύ.

…θα μου άρεσε να μη με συγκρίνες με άλλα παιδιά.

… έχω την αίσθηση πως δεν είστε ευχαριστημένοι από την προσπάθειά μου. Αυτό το συμπεραίνω από τη δυσανασχέτησή σας και το κλασικό «αλλά» μετά από κάθε «μπράβο».

Θα σε παρακαλούσα η αξιολόγηση που μου κάνεις να έχει γενική εικόνα και όχι να έχει δώσει βάση σε ένα διαγώνισμα, στο οποίο δεν τα κατάφερα τόσο καλά όσο περίμενες.

Όταν κάνω κάτι που δεν είναι σωστό ή όταν τσακωνόμαστε για τον οποιοδήποτε λόγο σε παρακαλώ πολύ μη φωνάζεις! Δε λέω ότι δεν έχεις λόγο να μου φωνάζεις, αλλά σε παρακαλώ, αν είναι να με τιμωρήσεις να το κάνεις πιο ήσυχα.

Το μόνο μικρό παράπονο που έχω είναι ότι δεν ξοδεύουμε πολύ χρόνο μαζί τις καθημερινές γιατί δουλεύετε… Όμως δεν με πειράζει διότι    αυτόν τον χαμένο χρόνο τον αναπληρώνουμε τα σαββατοκύριακα, καθώς επίσης γνωρίζω ότι δουλεύετε για να μη μας λείψει τίποτα.

Επίσης μη δίνεις σημασία μόνο στο ότι έγραψα εννιά στη Φυσική γιατί έγραψα δεκαεννιά και μισό στα Μαθηματικά και δεκαοχτώ στα Θρησκευτικά.

Μην κατηγορείτε εμάς για ό,τι συμβαίνει σε σας.


…δεν με εμπιστεύεστε. Θεωρείτε, δηλαδή, ότι αν δε με ελέγξετε ή δε μου υπενθυμίσετε τι υποχρεώσεις έχω για το σχολείο, δε θα τα πάω καλά.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Χαμένοι στο διαδίκτυο

Αν παλαιότερα αυτό που ονειρευόταν ένας έφηβος με την είσοδό του στο πανεπιστήμιο ήταν η ελεύθερη φοιτητική ζωή, οι γνωριμίες, οι ερωτικές σχέσεις, τα πάρτι, σήμερα εκείνο που κυρίως προτιμά είναι τα ηλεκτρονικά gadgets και η ζωή στο Διαδίκτυο. Ερευνητές ζήτησαν από 1.200 Αμερικανούς φοιτητές να επιλέξουν αυτό που περισσότερο ποθούν, ανάμεσα σε 77 επιλογές. Δήλωσαν, λοιπόν, ότι αυτό που περισσότερο λαχταρούν είναι ένα συγκεκριμένο έξυπνο κινητό (η τελευταία εκδοχή του πούλησε σε δύο ημέρες τον περασμένο Σεπτέμβριο 10 εκατ. κομμάτια). Επειτα, θα ήθελαν να απολαύσουν έναν καφέ. Η τρίτη επιλογή τους ήταν να στείλουν ένα μήνυμα, η τέταρτη να μπουν στο facebook, η πέμπτη να αποκτήσουν μια ταμπλέτα της ίδιας εταιρείας (η πρώτη ανά τον κόσμο σε πωλήσεις – 50 έως 80 εκατ. κομμάτια ετησίως). Οι επόμενες δέκα επιλογές τους έχουν ως εξής. Να μπουν στο Instagram, να πιουν μια μπίρα, να επικοινωνήσουν με snapchat (αποστολή σε αυστηρά επιλεγμένους χρήστες φωτογραφίας ή βίντεο, που σε λίγα δευτερόλεπτα διαγράφεται), να κάνουν γυμναστική, να μπουν στο twitter, να ανοίξουν το laptop, να δουν τον κολλητό/ή τους, να βγουν για ένα ποτό, να παίξουν ποδόσφαιρο με την ομάδα της σχολής τους, να βγάλουν selfies.

Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας γίνεται πια μέσα από τη μικρή οθόνη. Τα σώματα έχουν βολευτεί στη σκυφτή στάση με το δάχτυλο στη συσκευή, μέσα από αυτήν γίνεται το βύθισμα στον παλμό των στιγμών, σε έναν ιστό από δεσμούς και αντιθέσεις, ποντίσματα και εξάρσεις, την ακατάπαυστη οφιοειδή κίνηση της ζωής.

Ο μέσος χρήστης έξυπνου κινητού το χρησιμοποιεί περισσότερες από 1.500 φορές την ημέρα ή επί 3 ώρες και 16 λεπτά, ενώ τα δύο τρίτα «μπαίνουν» να κάνουν μία από τις 221 διαφορετικές εργασίες που πραγματοποιούν από το κινητό χωρίς να το συνειδητοποιούν. Είναι ο σύντροφός μας (ο... εξανθρωπισμός της συσκευής αποτελεί την πιο βαθιά αλλαγή), το παιχνίδι, το φυλαχτό, το αποκούμπι, το «όπλο». Η επέκταση του κεντρικού νευρικού μας συστήματος, το alter ego, ο διασκεδαστής, η ασπίδα προστασίας σε ένα εχθρικό περιβάλλον, το ηρεμιστικό. Αμερικανική έρευνα έδειξε ότι μια σύντομη επικοινωνία μέσω κινητού συμβάλλει στην έκκριση ενδορφινών, των φυσικών χημικών ουσιών που ανακουφίζουν από το στρες.

Ετσι, γίνεται όλο και πιο σφιχτός ο εναγκαλισμός με μια τεχνολογία που καθιστά τα πάντα εύκολα. Πιο ευρεία η κοινωνικοποίηση χωρίς φυσική παρουσία. Πιο συχνή η παράδοση της προσωπικής ζωής, το μάρκετινγκ του εαυτού, στο αχανές Διαδίκτυο. Στο εδώ και στο παντού (όλοι οι τόποι είναι εδώ). Σε ένα παρόν διαρκώς μεταλλασσόμενο.

Το Ιντερνετ έφερε μια μετατόπιση από τους θεσμούς στα άτομα. Τα blogs κατήργησαν τη διάκριση παραγωγών-καταναλωτών πληροφοριών· σήμερα όλοι μπορούμε να είμαστε παραγωγοί. Στη μεγάλη δημοκρατία του Ιντερνετ κάθε χρήστης είναι εν δυνάμει ρεπόρτερ και σχολιαστής. Μεταδότης των δικών του και ξένων ιδεών. Το πρόβλημα είναι ότι η έκρηξη της διαδικτυακής επικοινωνίας και η αύξηση των μέσων δείχνουν να έχουν στρεβλώσει τη βασική αφετηρία (την αναζήτηση για θερμότερη συντροφιά, μεγαλύτερη ελευθερία, περισσότερη συμπαράσταση) και να έχουν εξαφανίσει τον τελικό προορισμό. Εχουμε χαθεί στη διάδραση...

Της Τασούλας Καραϊσκάκη, αναδημοσίευση από την Καθημερινή