Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Ο φόβος των βαρβάρων

Το άρθρο είναι του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 05/10/2008
Στο τελευταίο βιβλίο του, που έχει τίτλο «La peur des barbares» (Robert Laffont, 2008), ο Τσβετάν Τοντόροφ αναλύει το φόβο για τη διαφορετικότητα που ταλανίζει τις σύγχρονες κοινωνίες. Ο Τοντόροφ μίλησε γι' αυτό το βιβλίο του στον δημοσιογράφο Φάμπιο Γκαμπάρο της ιταλικής εφημερίδας «La Repubblica»:
«Είμαι ένας ξένος. Ζω σε μια χώρα διαφορετική από εκείνη στην οποία γεννήθηκα και πάντα με ευαισθητοποιούσε το πρόβλημα των πολιτισμικών διαφορών. Η σχέση ανάμεσα σε μοναδικότητα και διαφορετικότητα είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη κατάσταση, και συνεπώς πρέπει να την επανεξετάζουμε συνεχώς, για να καταπολεμούμε το φόβο που μετατρέπει κάθε ξένο σε πηγή κινδύνου. Σήμερα το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στους πολιτισμούς έχει γίνει κεντρικό. Η ιδεολογική συζήτηση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς έχει πάψει και τη θέση της πήρε η προβληματική της σύγκρουσης των πολιτισμών. Η παγκοσμιοποίηση ξαναθέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή ηγεμονία της Δύσης, ενώ οι πληθυσμοί του πλανήτη επικοινωνούν μεταξύ τους πολύ πιο εύκολα από όσο στο παρελθόν. Η επανάσταση των επικοινωνιών και των μεταφορών πολλαπλασιάζει τις επαφές μεταξύ των πολιτισμών.
Ωστόσο, αντί να θεωρούνται πηγή αμοιβαίου εμπλουτισμού, αυτές οι επαφές βιώνονται από τον δυτικό κόσμο σαν μια απειλή που γεννάει φόβο, το φόβο των βαρβάρων. Υπάρχουν ορισμένοι που θεωρούν ότι η βαρβαρότητα υπάρχει μόνο στο βλέμμα όσων θεωρούν βάρβαρο τον άλλον, επειδή δεν τον κατανοούν. Για τον δυτικό κόσμο οι βάρβαροι είναι οι ξένοι, εκείνοι που δεν γνωρίζουν τον πολιτισμό μας και την κουλτούρα μας.
Από αυτή την άποψη, ο πολιτισμός ταυτίζεται με τη δική μας πολιτισμική παράδοση. Όλοι ξέρουμε όμως ότι πρόσωπα που γνώριζαν πολύ καλά την κουλτούρα μας μπόρεσαν να συμπεριφερθούν βάρβαρα. Αυτό καταδεικνύει ότι βαρβαρότητα και πολιτισμός δεν μπορούν να οριστούν μέσω της απουσίας ή της παρουσίας μιας κουλτούρας. Για να ορίσουμε τη βαρβαρότητα, αντί να χρησιμοποιήσουμε ένα πολιτισμικό κριτήριο, είναι καλύτερο να χρησιμοποιήσουμε τη σχέση μας με τους άλλους. Είναι πολιτισμένος όποιος αναγνωρίζει την πλήρη ανθρωπιά των άλλων και επομένως τους αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια προσοχή που θα αξίωνε και για τον εαυτό του. Είναι βάρβαρος, αντίθετα, όποιος αρνείται να αναγνωρίσει στους άλλους την πλήρη ανθρωπιά τους, επειδή τους θεωρεί κατώτερους ή τους μεταχειρίζεται απάνθρωπα.
Η βαρβαρότητα υπερβαίνει τις κουλτούρες επειδή δεν εξαρτάται από την εκπαίδευση ή από τις γνώσεις. Δεν είναι μια πολιτισμική κατηγορία αλλά μια ηθική κατηγορία. Οι κουλτούρες, αντίθετα, είναι κατηγορίες περιγραφικές χωρίς κάποια ηθική αξία. Το γεγονός ότι εγώ μιλάω τα βουλγαρικά και εσείς τα ιταλικά δεν συνεπάγεται κάποιαν ιδιαίτερη αξία ούτε για μένα ούτε για σας. Καμιά κουλτούρα δεν μας προστατεύει οριστικά από τη βαρβαρότητα. Έτσι, είναι βάρβαρος ο ισλαμιστής που πραγματοποιεί μια τρομοκρατική επίθεση, αλλά και ο αμερικανικός στρατός που σκοτώνει αμάχους ή βασανίζει φυλακισμένους.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος της δυτικής κοινής γνώμης συνεχίζει να θεωρεί βαρβάρους εκείνους που δεν κατέχουν την κουλτούρα μας. Ο φόβος του Ισλάμ είναι σήμερα κυρίαρχο συναίσθημα. Αυτός ο φόβος έχει διαδοθεί ευρέως από τα ΜΜΕ αλλά και από έργα όπως εκείνα της Οριάνας Φαλάτσι. Μερικές φορές ο φόβος παραμένει ανέκφραστος, άλλες φορές εκδηλώνεται ανοιχτά, τόσο που πολλές κυβερνήσεις τον εκμεταλλεύονται για να κυβερνούν. Με πρώτη την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί, βέβαια, δέχθηκαν μια πρωτόγνωρη τρομοκρατική επίθεση, αλλά η κυβέρνηση Μπους εκμεταλλεύτηκε έπειτα το φόβο του Ισλάμ, για να κρατάει τον πληθυσμό σε μια κατάσταση άκριτου συναγερμού και να τον κάνει να αποδέχεται πιο εύκολα τις αποφάσεις της.
Ο φόβος όμως είναι πάντοτε κακός σύμβουλος, τόσο που ο φόβος των βαρβάρων απειλεί να μας μεταμορφώσει σε βαρβάρους, ωθώντας μας στη μισαλλοδοξία και στον πόλεμο. Σήμερα πρώτη φορά στην ιστορία των δυτικών δημοκρατιών τα βασανιστήρια έγιναν θεμιτή πράξη. Τα βασανιστήρια όμως είναι βάρβαρη πράξη.
Σύμφωνα με τον Σάμουελ Χάντινγκτον, από τη στιγμή που έπαψε να υπάρχει ο κομμουνιστικός συνασπισμός, η Δύση βρήκε ένα νέο εχθρό στον ισλαμικό κόσμο. Πρόκειται για μιαν απλουστευτική και μανιχαϊκή άποψη, που θεωρεί τον μουσουλμανικό κόσμο ένα ενιαίο συμπαγές μπλοκ, ξεχνώντας ότι οι πολιτισμοί δεν είναι οντότητες που μεταβιβάζονται σαν πλατωνικές ουσίες.
Οι πολιτισμοί δεν είναι μονολιθικά μπλοκ αμετάβλητα μέσα στο χρόνο, αλλά είναι κατασκευές σε διαρκές γίγνεσθαι, μιγαδικές πραγματικότητες στο εσωτερικό των οποίων δρουν πολυάριθμες υποκουλτούρες που μετασχηματίζονται συνεχώς σε συνάρτηση με τις σχέσεις τους και τις επαφές τους με τις εξωτερικές κουλτούρες.
Το να μιλάμε για ένα μοναδικό ισλαμικό πολιτισμό δεν έχει νόημα. Οι μουσουλμάνοι είναι διαφορετικοί από μας, δεν τους καταλαβαίνουμε και επομένως τους θεωρούμε βαρβάρους, που εμπνέονται αποκλειστικά από εχθρικές προθέσεις. Δεν τρέφω καμιά συμπάθεια για τους ισλαμιστές, αλλά είναι παράλογο να νομίζουμε ότι πάνω από ένα δισεκατομμύριο πρόσωπα καθορίζονται αποκλειστικά από τον πολιτισμικό και θρησκευτικό γενετικό τους κώδικα. Όπως όλοι μας, οι μουσουλμάνοι συμπεριφέρονται με βάση μια πολλαπλότητα κινήτρων, προσωπικών, ψυχολογικών, πολιτικών, κοινωνικών κ.λπ. Στη Δύση όμως συνεχίζουμε να φανταζόμαστε ότι αυτοί υποκινούνται αποκλειστικά από το Κοράνι. Εξάλλου, δεν είναι όλοι οι μουσουλμάνοι ισλαμιστές και δεν είναι όλοι οι ισλαμιστές τρομοκράτες. Είμαστε διαφορετικοί αλλά ταυτόχρονα είμαστε όλοι άνθρωποι.
Όπως μας δίδαξαν οι στοχαστές του Διαφωτισμού, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε την οικουμενικότητα της ανθρώπινης κατάστασης αλλά ταυτόχρονα και την ποικιλία των πολιτισμικών διαφορών».

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Για τους θεωρητικούς μου - και όχι μόνο...



Κυριακή, 8-12-2013 19:00 Θέατρο ΑΛΜΑ 
(Αγίου Κων/νου και Ακομινάτου 15)

Η νοσταλγία και οι κοινοτοπίες της

Το θεατρικό έργο που διαφημίζεται τον τελευταίο καιρό στην τηλεόραση είναι έτσι κι αλλιώς φημισμένο, υποστηριγμένο και από την παράδοσή του. Κάτι όμως στη ρεκλάμα της «Γειτονιάς των αγγέλων» του Ιάκωβου Καμπανέλη ενοχλεί: ένας κοινός τόπος που επαναλαμβάνεται εδώ αφοριστικά σαν αυταπόδεικτη αλήθεια. Η φράση δηλαδή ότι το δράμα αναφέρεται σε μια εποχή όπου «υπήρχε ακόμα φιλότιμο, αλληλεγγύη και μεγάλοι έρωτες». Εντάξει, καμιά αντίρρηση. Η διαφήμιση χρησιμοποιεί τη γλώσσα της διόγκωσης, της υπερβολής, του πληθωρισμού, ό,τι κι αν προπαγανδίζει, από κόμματα έως φρέσκα κινητά ή ξυραφάκια με πέντε λάμες, που ώρες ώρες πιστεύεις ότι κυκλοφορούν μόνο και μόνο για να δώσουν έπειτα από ένα εξάμηνο την ευκαιρία να κυκλοφορήσουν τα εξάλαμα, ενόψει των επερχόμενων οκτάκοπων.
Πρόκειται για μια γλώσσα που δεν αποσκοπεί μόνο στον εντυπωσιασμό του υποψήφιου πελάτη, αλλά και στο θόλωμα των εικόνων και των κριτηρίων, συχνά και στη σύγχυση. Να, όπως συμβαίνει τελευταία με ορισμένα σποτάκια, που ενώ ο στόχος τους είναι να ρεκλαμάρουν εμπορικές αλυσίδες ή ποικίλα αναλώσιμα, κάνουν σκληρό ιδεολογικοπολιτικό παιχνίδι: Ποντάρουν αμετροεπώς στην ελληνικότητα (ακόμη και αν τα συμφέροντα είναι ξένα) και πλασάρουν γλυκερές ρητορείες για το πώς θα ξεπεράσουμε την κρίση αρμονικά (δηλαδή αφύσικα) ενωμένοι, για εθνικά όνειρα υπέρβασης και ανάταξης και για ό,τι άλλο θεωρεί πρόχειρο ο διαφημιστικός μύλος. Θαρρείς και αδιαφορούν ολότελα για το κέρδος, υποκαθιστούν τα πολιτικά κόμματα και τους θεσμούς εν γένει και αυτοπαρουσιάζονται σαν εθναπόστολοι, σαν μεγάλοι χορηγοί (οραμάτων, όχι χρημάτων) και ανιδιοτελείς αρωγοί στην όλη προσπάθεια να βγούμε από ένα τούνελ που φέρνει όλο και περισσότερο στις διαστημικές σκουληκότρυπες της ευφάνταστης κινηματογραφικής «Επαφής» με αφανείς εντούτοις εξωγήινους, καθεμιά από τις οποίες έβγαζε σε άλλη, μεγαλύτερη, αν το επίθετο «μεγαλύτερος» διασώζει νόημα στις συμπαντικές διαστάσεις.
Εκείνο λοιπόν που δυσαρεστεί –τουλάχιστον το δικό μου αυτί– στη θεατρική διαφήμιση είναι ότι κωδικοποιεί την έτσι κι αλλιώς διάχυτη νοσταλγία για το κατά Ασημάκη Πανσέληνο «τότε που ζούσαμε». Τη νοσταλγία για ένα παρελθόν που το εξιδανικεύουμε, παρακινημένοι και από τις τωρινές δυσκολίες και από κάποια παλιά αισθήματα που εξακολουθούν να μας δωρίζουν τη θαλπωρή τους, σαν αναμνήσεις λίγο ή πολύ επεξεργασμένες πια. Το μυθοποιούμε, διότι διαφορετικά δεν είναι βέβαιο ότι θα είχαμε όλοι μας στέρεους λόγους να το νοσταλγήσουμε. Παρά τα ακρίτως λεγόμενα, ότι «σήμερα ζούμε μια δεύτερη Κατοχή» (οι αφορισμοί αυτοί αδικούν και προσβάλλουν τους ίδιους τους πατεράδες και τους παππούδες μας, που τυραννήθηκαν αλλά και πάλεψαν στη μία και μόνη Κατοχή, ανεπανάληπτη θέλουμε να ελπίζουμε), πόσοι στ’ αλήθεια θα απεμπολούσαν τη σημερινή εποχή για να επιλέξουν τη μετεμφυλιακή, με την άγρια και ποικιλόμορφη στενοχωρία της; Πόσοι θα έμπαιναν πράγματι στο λεωφορειάκι που ταξιδεύει αναπόταμα στο χρόνο για να σταθμεύσουν μόνιμα στο ’50 και το ’60 και όχι για να κάνουν μια ταχύτατη επίσκεψη στις πιο γλυκές (ή τις πιο πικρές) αναμνήσεις τους;
Δεν μιλάω για την κραυγαλέα διαφορά στα υλικά αγαθά και στις ανέσεις, ούτε καν για τα ίδια τα στοιχειώδη, όπως το ηλεκτρικό και η τουαλέτα, απόντα στη μισή τουλάχιστον Ελλάδα εκείνον τον καιρό. Για την τοτινή ελευθερία και δημοκρατία μιλάω, ανάπηρη και με βαριά δεσμά, και για τη σημερινή· που μπορεί να είναι στρεβλή ή κούφια σε πολλά, μπορεί να τελεί υπό εξωθεσμική χειραγώγηση και εξωεθνική επιτήρηση, είναι εντούτοις πιο ευρύχωρη από τη μετεμφυλιακή, με τη ματωμένη κοινωνία της κομμένη βάναυσα στη μέση, να ασφυκτιά και να μεταναστεύει, και με ακμάζοντα τον «σωφρονιστικό τουρισμό» στα ωραία νησιά μας.
Ναι, αλλά τότε «υπήρχε ακόμα φιλότιμο, αλληλεγγύη, μεγάλοι έρωτες» επιμένει η διαφήμιση, κόβοντας το χρόνο σε ένα πριν, που προβάλλεται σαν άξιο, και σε ένα μετά, που υποδηλώνεται πλήρως ανάξιο και μίζερο. «Πρόκειται για το αφήγημα της πτώσης» θα έλεγαν οι φιλολογούντες και θα μας θύμιζαν πως η πρότυπη μορφή της αφήγησης αυτής απαντά στα «Εργα και Ημέραι» του Ησίοδου. «Χρύσεον μεν πρώτιστα γένος μερόπων ανθρώπων αθάνατοι ποίησαν», λέει ο ποιητής, δεύτερο και «πολύ χειρότερον» έφτιαξαν το ασημένιο, τρίτο, πτωτικά πάντοτε, το χάλκινο, τέταρτο το γένος των ηρώων, σαν μια αναλαμπή που δεν άντεξε για πολύ. Και πέμπτο το σιδερένιο γένος, που του γράφτηκε ο αδιάκοπος κάματος, οι ακοίμητες έγνοιες και η φθορά, ώσπου να σιχαθούν τους άθλιους ανθρώπους και να τους παρατήσουν η Αιδώς και η Νέμεσις, αφήνοντάς τους στα «λυγρά άλγεά» τους, τα θλιβερά τους βάσανα – τα αγιάτρευτα· αυτά που συνιστούν και την ανθρωπινή τους ταυτότητα και ουσία.
Αν, ησιοδότροπα, συνεχίζαμε να μετράμε στάδια εκφυλισμού, θα χάναμε το λογαριασμό. Ας μείνουμε λοιπόν στη διαβεβαίωση ότι τότε μπορεί πολλά να ήταν μαύρα, όμως «υπήρχε ακόμα φιλότιμο, αλληλεγγύη και μεγάλοι έρωτες». Για τους μεγάλους έρωτες, δύο τινά: ο καθείς δικαιούται, όποτε κι αν έζησε ή θα ζήσει, να πει ότι δεν υπάρχει πιο μεγάλος έρωτας από αυτόν που χάρηκε ο ίδιος, κι ας μην τον ανέδειξε ένας Ομηρος – ή ένας Σαίξπηρ· και δεύτερον, αρκετοί θα ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχουν μεγάλοι έρωτες μετά την Ελένη και τον Πάρι ή, οι της εβραϊκής παράδοσης, μετά τον Αδάμ και την Εύα ή, οι της σαιξπηρικής, μετά τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Για το φιλότιμο, το περίφημο «ελληνικό φιλότιμο» που αποτελεί σταθερή παράμετρο όχι της αυτογνωσίας μας αλλά της αυτοκολακείας μας, αν δεχτούμε τον ισχυρισμό πως είναι εγκάτοικος των γονιδίων μας, τότε υπάρχει σε κάθε περίπτωση· ή λείπει.
Για την αλληλεγγύη, τέλος, που και αυτή υποτίθεται πως έχει χαθεί, δίχως να θέλω να βάλω κι εγώ μπροστά τη μηχανή της εξιδανίκευσης, πιστεύω ότι αν όντως δεν εκδηλωνόταν στις βαριές μέρες μας, τότε όλοι οι μαύροι δείκτες θα ήταν ζοφερότεροι. Και δεν εννοώ την τηλεοπτικώς αυτοδιαφημιζόμενη (ή αυτοχαριεντιζόμενη με φόντο δράματα) «επώνυμη» φιλανθρωπία ούτε την κομματική-δημοκοπική, αλλά την πανελλαδικά εξαπλωμένη ανώνυμη αλληλεγγύη. Μιλώ για τις πάμπολλες εστίες έγνοιας και αντίστασης στην ποικίλη φθορά, που λειτουργούν πολύ πιο αποτελεσματικά και από τους πιστωτές μας και από τους κυβερνώντες. Δίχως αυτές, που μορφοποιούν επιτέλους το φιλότιμο, ακόμα και η νοσταλγία θα ήταν περισσότερο δικαιολογημένη. Μηδενίζοντας ωστόσο τον καιρό μας, μηδενίζουμε την ψυχή μας.
Του  Παντελή Μπουκάλα από την Καθημερινή

Επιστρέφει στην Ευρώπη ο φασισμός;

Την περασμένη βδομάδα έγινε ένα μυστικό ραντεβού σε ξενοδοχείο της Βιέννης. Εκεί συναντήθηκε η κρεμ ντε λα κρεμ της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, κάνοντας τα ξινά-γλυκά. Ο Ολλανδός Γκερ Βίλντερς «ξέχασε» ότι απαγόρευε στους ευρωβουλευτές του να κάθονται δίπλα στους γάλλους ευρωβουλευτές του Λαϊκού Μετώπου και αγκάλιασε τη Μαρίν Λεπέν, που και αυτή «ξέχασε» προς στιγμήν ότι το ολλανδικό Κόμμα της Ελευθερίας έχει υποστηρίξει τους ομοφυλόφιλους…
Σ΄ αυτή την ωραία συνάθροιση λοιπόν προσήλθαν και ομοϊδεάτες τους από το Βέλγιο, την Αυστρία και την Ιταλία με στόχο να εκπορθήσουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Συνυπέγραψαν ένα Μνημόνιο Συνεργασίας ενόψει των ευρωεκλογών 2014 και βγήκαν στο κυνήγι των λοιπών «εταίρων», καθώς για να συγκροτηθεί μια Ομάδα στην Ευρωβουλή απαιτούνται τουλάχιστον 7 κόμματα και 25 ευρωβουλευτές.
Με δεδομένο όμως, ότι: 1) σύμπαντες απέκλεισαν τη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής και του ουγγρικού Jobbik, 2) το δανέζικο Λαϊκό κόμμα αρνήθηκε να συμμετάσχει στη συνάντηση (εξαιτίας του αντι-σημιτισμού των Γάλλων), όπως επίσης το εγγλέζικο UKIP κράτησε τις αποστάσεις του και 3) οι ανατολικο-ευρωπαίοι ομοϊδεάτες τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία το εγχείρημα, καθώς άπαντες οι ομοτράπεζοι της Βιέννης έχουν εκφραστεί εχθρικά για την ανατολική Ευρώπη, τους μετανάστες και τους μουσουλμάνους, οι προοπτικές αυτής της συνάθροισης είναι θολές.
Όπως σημειώνεται εξάλλου στα ολλανδικά ΜΜΕ, η θετική στάση του κόμματος Βίλντερς υπέρ του Ισραήλ και των ομοφυλοφίλων, προκαλεί αναφυλαξία στο Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν. Στελέχη του ολλανδικού κόμματος της Ελευθερίας θεωρούν αντίστροφα ότι η συγκατοίκηση με τους γάλλους ακροδεξιούς, θα τους δημιουργήσει εκλογικά προβλήματα εξαιτίας των ιδεολογικών διαφορών τους. Ο ευρωσκεπτικισμός και η ξενοφοβία είναι οι δύο μεγάλες δεξαμενές που ένωσαν τους ομοτράπεζους της Βιέννης – επισημαίνεται - καθώς σε όλα τα άλλα θέματα απευθύνονται σε «διαφορετικά εθνικά ακροατήρια» και ως εκ τούτου αναπτύσσουν διαφορετική ρητορεία (Monde).
«Σήμερα είναι η αφετηρία της απελευθέρωσής μας από την ευρωπαϊκή ελίτ, που είναι το τέρας των Βρυξελλών» είπε θριαμβευτικά ο Γκ. Βίλντερς, «θέλουμε να είμαστε εμείς που θα αποφασίζουμε για τον έλεγχο των συνόρων μας, για το χρήμα μας, την οικονομία μας, το νόμισμά μας» συνέχισε, ενώ η Μαρίν Λεπέν… «άκουσε τις φωνές» των λαών της Ευρώπης που «αντιδρούν στην ΕΕ και θέλουν να υπερασπιστούν την εθνική τους ταυτότητα».
«Επιστρέφει ο φασισμός;» αναρωτιέται μετά ταύτα ο αρθρογράφος της «Guardian» κι επισημαίνει στην απάντησή του ότι «η ακροδεξιά δεν βρίσκεται σε ανοδική πορεία παντού και με την ίδια πυκνότητα, καθώς το συγκεκριμένο φαινόμενο συναρτάται με τις ειδικές συνθήκες που βιώνει η κάθε χώρα, με το εκλογικό σύστημα της κάθε χώρας και με τον ρόλο της καθεστηκυίας δεξιάς».
Υπενθυμίζοντας εξάλλου ότι ανάλογες προσπάθειες που επιχειρήθηκαν στο παρελθόν, ναυάγησαν εξαιτίας των σαφών ιδεολογικών διαφορών (euobserver), στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ επισημαίνεται ότι «υπάρχουν λόγοι ανησυχίας αλλά όχι πανικού». Και ιδιαιτέρως σημειώνεται ότι το «λάθος» των κομμάτων του συνταγματικού τόξου ήταν ότι αντιμετώπισαν ως «ταμπού» τα θέματα της πολυπολιτισμικότητας και της ενσωμάτωσης. Και όπου δημιουργούνται κενά, υπάρχει πάντα κάποιος που θα δώσει τις απλές απαντήσεις – ο λαϊκιστής.
(Αυτά διάβασα στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ και σας τα μετέφερα, γιατί διαπίστωσα πως παρά τις εθνικές ιδιαιτερότητες και τις διαφορετικές συνθήκες, τα ίδια λάθη εξέθρεψαν τα ίδια φαινόμενα).
Της Χριστίνας Παυλίδου από το Protagon.gr