Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Οι τοίχοι που πληγώνουμε


Το να γράφεις στους τοίχους είχε νόημα την εποχή που «ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία». Τότε κάποιος έπρεπε να τη γράψει στον τοίχο με μπογιά.
Και ναι, ο τοίχος ήταν κάποτε κόμβος επικοινωνίας -και το facebook, τοίχο δεν έχει; Έπαιρνε πάνω του το σύνθημα και το αίτημα. Έγραφε εκείνο που δεν τύπωνε η εφημερίδα. Έδινε βήμα σε ευρηματικούς στιχουργούς και απελπισμένους καψούρηδες. Βαφόταν με συναίσθημα. Δεν ήταν μόνο ντουβάρι. Ήταν και διέξοδος.
Σήμερα υπάρχουν τα δίκτυα που καλύπτουν την επικοινωνία του δρόμου. Έχεις μεγαλύτερο κοινό. Παίρνεις ανταπόκριση, δημιουργείς ομάδα. Δεν επεμβαίνεις αυτοβούλως και παρανόμως σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία. Λες περισσότερα, ξεκούραστα και χωρίς κανένα ρίσκο.
Και όμως. Ζητήστε από τα μάτια σας να συμπεριφερθούν σαν να βλέπουν για πρώτη φορά το ελληνικό αστικό τοπίο. Να τα δουν όλα σαν μέσα από βλέμμα ξένου. Όπως ένας άνθρωπος που φτάνει τώρα στην Ελλάδα. Από την αρχή. Οι τοίχοι των πόλεων έχουν τεράστιες κηλίδες από μουτζούρες. Και πάνω τους μπορείς να διαβάσεις τα πάντα: οπαδικά συνθήματα, καλέσματα του «χώρου», εφηβικές αγάπες, ακατανόητα συνθηματικά που επιβεβαιώνουν το «ταγκάρισμα» της περιοχής, κοινώς τον έλεγχο της από συγκεκριμένη παρέα και πάει λέγοντας. Το γκραφίτι είναι άλλη περίπτωση, δεν μας απασχολεί εδώ.
Οι άνθρωποι που γράφουν στους τοίχους δεν είναι λίγοι. Και γράφουν παντού. Σε τοίχους και εισόδους πολυκατοικιών. Σε δημόσια κτίρια, πάνω σε πεζοδρόμια και γέφυρες. Σε πανεπιστημιακά κτίρια, φυσικά. Συχνά δε, ακόμα και σε διατηρητέα κτίρια ή σε εμβληματικά σημεία, όπως η αθηναϊκή τριλογία. Η αλήθεια είναι ότι, προς το παρόν, δεν έχουμε δει το μαύρο ή το κόκκινο σπρέι επάνω σε αρχαία μάρμαρα. Ποτέ δεν είναι αργά, πάντα υπάρχει χρόνος μέχρι κάποιος να καταγγείλει την ταξική κοινωνία της αρχαίας Αθήνας. Δεν θα το διαβάσει, βέβαια, ουδείς εκ των ενδιαφερομένων. Όμως ποιος στην πραγματικότητα προσέχει τι γράφεται μέσα στις μουτζούρες των τοίχων; Ποιος από σας θυμάται το σύνθημα που διάβασε πρόσφατα σε έναν τοίχο; Πιθανότατα οι μόνοι που διαβάζουν τα μηνύματα των τοίχων είναι εκείνοι που τα έγραψαν και αυτοί που καλούνται να τα υποστούν ή να τα σβήσουν.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Για ποιο λόγο το ελληνικό αστικό περιβάλλον σημαδεύεται άτεχνα, αυθαίρετα, και χυδαία;
Πρώτον, επειδή σε μεγάλο βαθμό, του «αξίζει» αυτή η μεταχείριση, τη διεγείρει. Οι άσχημες πόλεις ευνοούν τις «βίαιες» συμπεριφορές. Θα δεις συνθήματα στο κέντρο της Αθήνας, αλλά δεν θα δεις στην Πλάκα. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον κόσμο που κυκλοφορεί στις συγκεκριμένες περιοχές. Είναι και ο σεβασμός που επιβάλλει ο χώρος. Αλλιώς φέρονται οι άνθρωποι στο μετρό και αλλιώς στον Ηλεκτρικό.
Δεύτερον, είναι τα κατάλοιπα μίας πολιτικής αντίληψης που θεωρεί πράξη ανατροπής και αντίστασης την επέμβαση σε έναν τοίχο. Βέβαια, κάποτε ήταν. Δεν είναι σήμερα. Όμως το «ακτιβίστικο» και «επαναστατικό» κομμάτι της κοινωνίας μας πορεύεται με κώδικες προηγούμενων δεκαετιών. Δεν χρειάζεται να είμαστε πολλοί. Αρκούν και τρία άτομα για να γίνουμε «συλλογικότητα» και να βάψουμε μαύρο το Πολυτεχνείο.
Τρίτον, είναι το πλαίσιο ατιμωρησίας και η χαλαρότητα στην, προερχόμενη από τους πολίτες, αυθαιρεσία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει περίπτωση να υποστείς ποινικές ή οικονομικές συνέπειες έτσι και συλληφθείς με το σπρέι στο χέρι. Ξέρω ανθρώπους που έπιασαν στα πράσα νεαρούς όταν έγραφαν για την ομάδα τους σε φρεσκοβαμμένο τοίχο. Εδώ και χρόνια δεν έχουν βγάλει άκρη ώστε να αποζημιωθούν.
Το θέμα είναι, βέβαια, βαθιά πολιτικό, γιατί ξεκινάει από την αισθητική. Και είναι η αισθητική, ως έκφραση παιδείας, που σε σημαντικό βαθμό προσδιορίζει και τη στάση μας στα κοινά. Το λέρωμα των τοίχων ανήκει ουσιαστικά στο ίδιο πλαίσιο συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει τον «Ελληνάρα». Είναι η έλλειψη σεβασμού προς το δημόσιο και το ιδιωτικό. Κάποτε μπορεί και να χρειαζόταν, ως πράξη αντίστασης. Σήμερα είναι βαρβαρότητα που έχουμε συνηθίσει.


Του Κώστα Γιαννακίδη, Protagon, 2-5-2016

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Δεν είναι τέρατα και δεν είναι οι μόνες

Θ​​α μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε. Συνέβη προ ημερών στην Κωνσταντινούπολη. Δύο γυναίκες που βιάζονταν, παρακίνησαν έναν άντρα που απειλούσε να αυτοκτονήσει, αλλά δίσταζε με αποτέλεσμα να προκαλέσει «μποτιλιάρισμα», τελικά να το κάνει: «Τελείωνε, επιτέλους. Είμαστε παγιδευμένες εδώ τόσες ώρες εξαιτίας σου. Άντε πήδα!» φώναξαν στον άνδρα που είχε σταματήσει το αυτοκίνητό του στη γέφυρα του Βοσπόρου και σκεφτόταν να πέσει στο κενό. Ο Ερόλ Τζετίν, λοιπόν, δρασκέλισε το κιγκλίδωμα της γέφυρας και πήδηξε από ύψος 64 μέτρων. Λίγο αργότερα τα μέλη των σωστικών συνεργείων ανέσυραν τη σορό του από τα νερά του Βοσπόρου, ενώ η αστυνομία συνέλαβε τις δύο γυναίκες, ηλικίας 49 και 27 ετών. Όπως μετέδωσε το τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο CNN-Türk, οι άνδρες της ειδικής ομάδας της αστυνομίας ήταν πολύ κοντά στο να πείσουν τον 45χρονο να μην αυτοκτονήσει...
Ελαφρότητα ή κυνισμός επέκεινα της πωρώσεως; Σίγουρα επικράτηση της ατομικής βολής επί του αλλότριου προβλήματος. Επισκίαση της ανθρωπιάς από τον εγωισμό. Εγκλωβισμός σε έναν προσωπικό μικρόκοσμο, απρόσβλητο ακόμη και από την απειλή του θανάτου (του άλλου), από τη σκέψη, να βρεθούν κάποτε οι ίδιες στη θέση του άτυχου αυτόχειρα.
Δεν είναι τέρατα και δεν είναι οι μόνες, παρά μόνο δύο τυχαίες περιπτώσεις ανάμεσα στους πολλούς που κυκλοφορούν στους δρόμους γαλβανισμένοι μέχρι αναισθησίας από τον ατομισμό. Είναι ίσως οι ίδιοι άνθρωποι που παρκάρουν στις διαβάσεις των πεζών, που πιάνουν τη συζήτηση μπρος σε μια πόρτα, αδιαφορώντας αν φράζουν την είσοδο στους άλλους, που στέκονται μπρος απ’ όλους στο φανάρι, ώστε να ξεκινήσουν πρώτοι, που παραγκωνίζουν εκείνους που περιμένουν στην ουρά, για να φτάσουν γρήγορα στο ταμείο, που σε ξενυχιάζουν στο λεωφορείο και ούτε τους περνάει από το μυαλό να ζητήσουν συγγνώμη κ.ο.κ. Για τον καθένα από αυτούς δεν υπάρχει άλλος, παρά μόνο ο εαυτός τους, το μοναδικό ακλόνητο σημείο στο σύμπαν. Η ελευθερία τους έρχεται αντιμέτωπη με την «οχληρή» ελευθερία των άλλων. Μικρή αίσθηση σύνδεσης, συγγένειας με τους άλλους.
Και, όμως, οι περισσότεροι, ή και όλοι, θα έδειχναν συμπόνια προς τον πάσχοντα, εκείνη την παλιά αυτονόητη ευσπλαχνία. Όμως η φωνή του ανθρώπου που κοιμάται στο βάθος κάθε ανθρώπου είναι ισχνή. Σε έναν κόσμο που διέπεται από τη λογική της ανταγωνιστικότητας, της πρωτιάς, ο καθένας βαδίζει μόνος. Το ενδιαφέρον για τον άλλο είναι μια στάση με μηδενική οικονομική απόδοση, δεν έχει τιμή, «βάρος». Είναι μια πνοή αέρα που δεν καταλαμβάνει θέση σε ένα χώρο ρυθμισμένο να παράγει για να καταναλώνει. Το άτομο συνθλίβεται μέσα στα μεγάλα τεχνικά γραφειοκρατικά συστήματα, και είναι στον ελεύθερο χρόνο, στην ιδιωτική ζωή που ψάχνει να βρει ενδιαφέρον, επάρκεια και ευχαρίστηση. Ακόμη κι αν δεν γυρίζει την πλάτη σε ό,τι συνιστά πρόβλημα, στην εξαθλιωμένη ζωή μέσα σε μια ξένη κοινωνία, στην ανημπόρια ή στη δύναμη του ανθρώπου, και μπορεί να κλάψει στη θέα ενός νεκρού προσφυγόπουλου, δεν επενδύει σε τίποτα πέρα από τη ζωή του. Αρνείται να ταράξει ό,τι έχει τακτοποιηθεί μέσα στα καθημερινά του δόγματα.
Όμως, αν λησμονήσει την κοινή ανθρώπινη μοίρα, τη γειτονική ύπαρξη, θα λησμονήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Θα ξαναγυρίσει στο αρχέγονο χάος. Και κανένα όνειρο δεν θα εξωραΐζει πια την άγονη απεραντοσύνη.
Της Τασούλας Καραϊσκάκη, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Μαθητές υπό την πίεση της βαθμοθηρίας και των γονέων

Ακραία, χωρίς αμφιβολία, η ενέργεια ενός δασκάλου δημοτικού να στείλει στους γονείς των μαθητών του επιστολή, εξηγώντας πως βαθμολόγησε τα παιδιά με άριστα, κατόπιν ισχυρών πιέσεων που του άσκησαν ορισμένοι εξ αυτών. Διευκρινίζοντας ότι η αξιολόγησή του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διατυπώνει την ευχή τα παιδιά να καταφέρουν στο μέλλον να κατακτήσουν τους ίδιους βαθμούς με την αληθινή τους αξία.
Η επιστολή κυκλοφόρησε πρόσφατα στο Διαδίκτυο, φέρνοντας τον εκπαιδευτικό σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση στο εργασιακό του περιβάλλον –απειλήθηκε ακόμη και με ΕΔΕ–, καθώς μία κίνηση καλοπροαίρετη, σύμφωνα με τον ίδιο, διέρρευσε χωρίς να το επιθυμεί, όταν μάλιστα ανάλογη πίεση δέχονται από τους γονείς εκπαιδευτικοί σε πολλά ελληνικά σχολεία.Τι αποτυπώνει αλήθεια μία τέτοια κίνηση; Αν και υπερβολική αυτή καθεαυτή ως αντίδραση, μήπως τελικά η βαθμοθηρία είναι βαθύτερα ριζωμένη στο DNA των γονέων – αλλά και των ίδιων των παιδιών;
«Ωχ! Πήρα 19 Γεωγραφία. Ποιος την ακούει τώρα τη μάνα μου που δεν έφερα 20!» μονολογεί ο 12χρονος Γιάννης επιστρέφοντας το μεσημέρι από το σχολείο. «Καλά εσύ πήρες 18, ο Γιώργος όμως σε πέρασε;», επιμένει να ανακρίνει κάθε φορά τον γιο της, μαθητή Α΄ Γυμνασίου, η κ. Κατερίνα. Η πραγματικότητα, κοινή σε μεγάλη μερίδα οικογενειών.
Από το Δημοτικό
«Το άγχος επίδοσης είναι πλέον ιδιαίτερα αισθητό. Η βαθμοθηρία ξεκινά νωρίς. Στις μικρότερες τάξεις εκδηλώνεται με την τελειομανία – να είναι το παιδί γραμμένο, τα τετράδια άψογα... Από την Ε΄ τάξη, κατά την οποία, από το Αριστα ή το Καλά η βαθμολογία γίνεται αριθμητική, ο στόχος των υψηλών επιδόσεων μπαίνει στο κάδρο. Στο Γυμνάσιο, το κυνήγι του βαθμού εντείνεται, ενώ πλέον στο Λύκειο εγκαθιδρύεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του εφήβου, που πελαγώνει, έχει εκρήξεις θυμού ή πανικού. Υποφέρει αλλά δεν ξέρει πώς αλλιώς να διαχειριστεί την κατάσταση, όντας εγκλωβισμένος σε μία «επένδυση στην τελειότητα». Και οι γονείς; Είναι διατεθειμένοι να τα παραβλέψουν όλα, αρκεί να έρθει η επιτυχία στις εξετάσεις. «Εντάξει, μία χρονιά είναι, θα πιεστεί λίγο...», αποτυπώνει την κατάσταση η κ. Αντζελα Ματσακά, σχολική ψυχολόγος. Τι εισπράττουν οι εκπαιδευτικοί από τους γονείς; «Το παιδί μου είναι πραγματικά ξεχωριστό. Απορώ πώς δεν το βλέπετε!», «Είναι το εξυπνότερο παιδί σε όλο το σχολείο!», «Καλό το 18, υπάρχει όμως και το 20...», «Είσαι ο καλύτερος κι απαιτείς από τον εαυτό σου μόνο το άριστα». «Ωραία, πήρε το παιδί μου 19. Ποιος είναι όμως ο μέσος όρος της τάξης;», μερικές από τις συνηθέστερες αντιδράσεις, σύμφωνα με την κ. Ιωάννα, φιλόλογο με πολυετή εμπειρία.
Ποιο είναι το «κρυμμένο μήνυμα» πίσω απ’ όλα αυτά κατά την ειδικό; «Συνήθως, αν και υπαρκτή η απαίτηση για υψηλούς βαθμούς, δεν εκφράζεται ρητά. Εκδηλώνεται με έντονο άγχος για τη μελέτη του παιδιού και πίεση, η οποία συχνά συνοδεύεται από λεκτική ή σωματική βία. Κι όταν έρχεται ο βαθμός, αν είναι καλός, διακρίνεις μία ικανοποίηση, σαν να ανήκει η επιβράβευση στον γονέα. Στην αντίθετη περίπτωση, οι γονείς αντιδρούν με “μούτρα”, δείχνουν την απογοήτευσή τους. Ο λόγος; Ευθύνεται κυρίως η απουσία ρεαλιστικών προσδοκιών σε σχέση με τις επιδόσεις των παιδιών. Οι γονείς δεν συνειδητοποιούν ότι το κάθε παιδί έχει τη δική του νοημοσύνη, ιδιοσυγκρασία και κλίσεις. Δεν μπορούν όλα να ανταποκριθούν ή χρειάζονται έναν εναλλακτικό τρόπο μάθησης».
Ενας φαύλος κύκλος
Και πώς λειτουργούν τα παιδιά κάτω από την πίεση της βαθμοθηρίας; Οπως εξηγεί η κ. Ματσακά, «παρουσιάζουν αγχώδεις εκδηλώσεις, τικ, τριχοτιλλομανία, χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δίνουν μεγάλη έμφαση στην καταναγκαστικότητα – όπως, “πρέπει να τα κάνω όλα τέλεια”. Απόρροια όλων αυτών, η πεσμένη διάθεση, το κλάμα, η δυσκολία συγκέντρωσης και προσαρμογής, ίσως και η άρνηση για το σχολείο. Βλέπεις μαθητές της Γ΄ Δημοτικού να λένε “δεν είμαι καλός”, “έκανα δύο λάθη, δεν αξίζω” – κυρίως τα πιο έξυπνα παιδιά με αυτογνωσία, έχουν μεγάλη πρόσβαση σε τέτοιες σκέψεις.
Η κατάσταση επιδεινώνεται στην εφηβεία, καθώς υπεισέρχεται έντονα ο ψυχολογικός παράγοντας, οι ορμονικές και ψυχοσεξουαλικές αλλαγές. Εκεί, το παιδί μπορεί να παρουσιάσει κατάθλιψη αλλά και απώλεια σχέσεων, να δυσκολεύεται δηλαδή να διατηρήσει φιλίες, να απομονωθεί ενώ παράλληλα, οι σχέσεις με τους γονείς γίνονται πολύ συγκρουσιακές. Αποτέλεσμα; Ενας φαύλος κύκλος - το άγχος επίδοσης επηρεάζει την απόδοση των παιδιών και το αντίστροφο». Ποιος ευθύνεται τελικά; Η ειδικός αποφαίνεται πως «το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας ενισχύει τη βαθμοθηρία. Οι γονείς έχουν προσαρμοστεί σ’ αυτό, οπότε οι δύο πλευρές αλληλοτροφοδοτούνται».
Εμφαση στη μελέτη αντί για το αποτέλεσμα
«Επειδή η βαθμοθηρία καλλιεργείται συνήθως από νωρίς, καλό είναι οι γονείς να αλλάξουν εγκαίρως τον τρόπο νοηματοδότησης της επίδοσης» συμβουλεύει η σχολική ψυχολόγος, κ. Αντζελα Ματσακά.
Τι σημαίνει ο βαθμός; Σύμφωνα με την ίδια, «δεν είναι παρά ένα μέσο για να ενισχυθεί η προσπάθεια του παιδιού. Δεν είναι αντανάκλαση της αξίας του, ούτε δείκτης της νοημοσύνης του, ενώ δεν εξασφαλίζει τη μελλοντική επιτυχία του στη ζωή. Αν το καταλάβει ο γονιός, θα το καταλάβει και το παιδί. Καλό είναι να δοθεί έμφαση στη διαδικασία της μελέτης αντί για το αποτέλεσμα, να αναδειχθεί η σημασία της γνώσης, προκειμένου να αποσυνδεθεί ο βαθμός από την “αξία” του μαθητή. Ειδικά στο δημοτικό, αυτό γίνεται πολύ εύκολα, συσχετίζοντας τις σχολικές γνώσεις με την καθημερινή ζωή, με μία λειτουργικότητα – π.χ. χρήση μαθηματικών στα ψώνια ή στο μαγείρεμα. Σημαντικό, επίσης, είναι να αμφισβητήσουμε όλη αυτή την “επένδυση στην τελειότητα”, παύοντας να επισημαίνουμε διαρκώς τα λάθη. Ο χαμηλός βαθμός δείχνει ότι “μάλλον κάτι δεν πήγε καλά” και από κάτι τρομακτικό ή απειλητικό, μετατρέπεται σε χρήσιμο μήνυμα που θα οδηγήσει στη βελτίωση. Και το πιο σημαντικό: να προσαρμόσουν οι γονείς τις προσδοκίες τους στις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού τους, να το βοηθήσουν να δει τις ικανότητες για να τις αξιοποιήσει αλλά και τις αδυναμίες του, ώστε να τις δουλέψει».
Αναδημοσίευση από το Alfavita