Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Η δημοσιογραφία και οι άβολες αλήθειες

Η δημοσιογραφία, από τη φύση της, πρέπει να ανταποκρίνεται στο κοινό της, να συντονίζεται με τα ενδιαφέροντά του, να έχει αίσθηση του γούστου του και να παρακολουθεί πώς εξελίσσεται. Αν δεν το κάνει αυτό, ένας ειδησεογραφικός οργανισμός –και πολύ περισσότερο ένας αρχισυντάκτης, ένας ρεπόρτερ ή ένας αρθρογράφος– δεν θα καταφέρει να επιβιώσει. Ταυτοχρόνως, η δημοσιογραφία είναι τόσο καλή όσο οι αναγνώστες της. Η ευφυής κάλυψη της επικαιρότητας προϋποθέτει ευφυείς αναγνώστες, θεατές και ακροατές.
Δεν γίνεται να επενδύσουμε σε εις βάθος ερευνητική δημοσιογραφία για αναγνώστες που ενδιαφέρονται μόνο για τον τίτλο, την πρώτη παράγραφο ή μικρές λίστες. Δεν μπορούμε να πληρώνουμε για τις υπηρεσίες ταλαντούχων λεξιπλαστών και εξειδικευμένων αρχισυντακτών αν όσοι μας διαβάζουν αδιαφορούν για την ποιότητα του γραψίματος. Δεν μπορούμε να συντηρούμε ακριβά γραφεία ξένων ανταποκριτών αν το ακροατήριό μας αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στον κόσμο πέρα από τα σύνορά μας. Δεν μπορούμε να προσδοκούμε ότι οι αρθρογράφοι μας θα είναι επαρκώς προκλητικοί αν οι αναγνώστες ακυρώνουν τη συνδρομή τους τη στιγμή που νιώθουν ότι «πυροδοτούνται» από κάποια άποψη που δεν τους αρέσει.
Γενικότερα, δεν μπορούμε να είμαστε οι κηδεμόνες αυτού που μπορείτε να αποκαλέσετε «φιλελεύθερο πολιτισμό» –χρησιμοποιώ τον όρο με την ευρεία, φιλοσοφική του έννοια, όχι τη στενή ιδεολογική που έχει επικρατήσει στις ΗΠΑ– αν οι αναγνώστες μας έχουν αντιφιλελεύθερα ένστικτα, μυαλά χωρίς περιέργεια, μικρή δυνατότητα συγκέντρωσης και ακόμα λιγότερη ανοχή στο διαφορετικό.
Μία εφημερίδα, άλλωστε, δεν πρέπει να είναι μια μορφή πνευματικού comfort food. Δεν είμαστε οργανισμός προώθησης κάποιας ατζέντας, δίκτυο υποστήριξης, ομάδα χειροκροτητών ή Εκκλησία που διαδίδει ένα συγκεκριμένο δόγμα – εκτός από την πίστη στη σκληρή και ανελέητη αμφισβήτηση. Η εξουσία μας πηγάζει από τη διάθεσή μας να αμφισβητούμε την εξουσία, όχι μόνο των κυβερνώντων, αλλά και των κοινών παραδοχών και της συμβατικής σοφίας.
Με άλλα λόγια, αν δεν κάνουμε τους αναγνώστες μας να νιώθουν άβολα κάθε μέρα, δεν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει ότι ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι να πλήττει τους βολεμένους και να παρηγορεί όσους πλήττονται. Το ρητό είναι λάθος. Ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι να πλήττει, τελεία και παύλα. Τα νέα είναι κάτι νέο –νέες πληροφορίες, νέες προκλήσεις, νέες ιδέες– και είναι μέρος του νοήματός τους ότι μας αναστατώνουν.
Αυτό είναι καλό πράγμα. Η αναστάτωση και το ξεβόλεμα είναι η μεγάλη κινητήριος δύναμη του κόσμου. Είναι ένα «τσίμπημα» στη συνείδηση, ένα «σκούντημα» στη σκέψη, μια επίπληξη κατά του εφησυχασμού και μια ώθηση προς τη δράση.
Οταν λέω ότι πρέπει να κάνουμε τους αναγνώστες μας να νιώσουν άβολα, δεν εννοώ ότι πρέπει να τους προσβάλλουμε άσκοπα, αν μπορούμε να το αποφύγουμε. Ούτε όμως πρέπει να επιχειρούμε να επιβεβαιώσουμε τις προκαταλήψεις τους, να τροφοδοτούμε το ένα ή το άλλο πολιτικό αφήγημα, να αποκαλύπτουμε τις ατασθαλίες μόνον εκείνων που λατρεύουμε να μισούμε ή να αποφεύγουμε κάποια ζητήματα λόγω του φόβου ότι θα εξοργιστούν οι αναγνώστες – ακόμα κι αν το τίμημα είναι μερικές ακυρωμένες συνδρομές. Ειδικά σε μια εποχή όπου οι συνδρομητές αποτελούν ένα ολοένα αυξανόμενο μερίδιο των εσόδων μας, οι εκδότες θα πρέπει να υψώνουν εξίσου θαρραλέα το ανάστημά τους κατά των περιστασιακών –και συνήθως μη σοβαρών– απειλών μαζικών ακυρώσεων, όπως έκαναν απέναντι στα αιτήματα διαφημιζόμενων τα παλαιότερα χρόνια.
Για να νιώσουν άβολα οι αναγνώστες μας, πρέπει να προβάλλουμε ειδήσεις που υπονομεύουν τις βαθύτερες πεποιθήσεις τους. Υπάρχουν άνθρωποι που πρόσκεινται στη Δεξιά, που δεν τους αρέσει να ακούν ότι η ύπαρξη περισσότερων όπλων συναρτάται θετικά με τις ανθρωποκτονίες, όχι αρνητικά – αλλά αυτό δείχνουν τα στοιχεία.
Ορισμένοι περιβαλλοντολόγοι πιστεύουν ότι οι γενετικά μεταλλαγμένες τροφές κάνουν κακό στην υγεία, αλλά τα επιστημονικά δεδομένα κλίνουν συντριπτικά υπέρ της αντίθετης άποψης.
Η αλήθεια μπορεί να απελευθερώνει, αλλά πρώτα ενοχλεί. Αυτός είναι ο λόγος που η ελευθερία του λόγου απαιτεί συνταγματική προστασία, ειδικά σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η ελευθερία του λόγου ίσως είναι το πιο κρίσιμο όχημα για την αποκάλυψη της αλήθειας. Αλλά η αλήθεια, όπως γνωρίζει οποιοσδήποτε έχει έστω και ελάχιστη γνώση της Ιστορίας, σπάνια είναι δημοφιλής στην αρχή.
Μόλις πριν από 50 χρόνια, δεν ήταν καθόλου δημοφιλής η αλήθεια ότι δεν υπήρχε τίποτα αφύσικο στην αγάπη που αναφερόταν με το φρικτό όνομα «επιμειξία». Ανάμεσα σε άλλες μη δημοφιλείς αλήθειες θα μπορούσε να αναφέρει κανείς τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και τη θεωρία της εξέλιξης.
Αυτές οι αλήθειες μπόρεσαν να κάνουν το ντεμπούτο τους στη δημόσια σφαίρα και σταδιακά έγιναν ευρέως αποδεκτές, υπό την ένοπλη περιφρούρηση της πρώτης τροπολογίας.
Ο ρόλος της κουλτούρας
Αλλά όχι μόνο της πρώτης τροπολογίας. Πέρα από τη νομική προστασία, η ελευθερία του λόγου έχει ευδοκιμήσει στις ΗΠΑ επειδή έχουμε μακροχρόνια πολιτισμική προκατάληψη υπέρ αυτού που ενοχλεί με τις απόψεις του, αυτού που σκαλίζει, αυτού που διαφωνεί, του κοινωνικά εκκεντρικού. Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, εκδότες, αρχισυντάκτες και παραγωγοί –τουλάχιστον οι πιο πεφωτισμένοι εξ αυτών– έχουν κάνει ό,τι μπορούν για να ακουστούν εναλλακτικές απόψεις. Δεν το κάνουν αυτό επειδή δεν έχουν ισχυρές πεποιθήσεις οι ίδιοι, αλλά εξαιτίας μιας βαθιάς κατανόησης ότι η οξυδερκής παρουσίαση αντικρουόμενων οπτικών μάς κάνει περισσότερο σκεπτόμενους, όχι λιγότερο· και ότι δεν μπορούμε να διαφωνούμε με νοήμονα τρόπο αν δεν έχουμε πρώτα κατανοήσει εις βάθος το θέμα. Το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι η κοινωνική πρόοδος εξαρτάται από την περιστασιακή έκφραση εξωφρενικών ιδεών, οι οποίες, εξεταζόμενες πιο προσεκτικά, αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου εξωφρενικές. Εμμένουν σταθερά στην πεποίθηση ότι η ώθηση των αναγνωστών εκτός των πολιτικών και ηθικών ζωνών ασφαλείας τους, ακόμα και με τον κίνδυνο να ταραχθούν, κάνει καλό στο μυαλό και στην ψυχή. Τελικά, το κάνουν επειδή δεν θα μπορέσουμε να συντηρήσουμε την κουλτούρα και τους θεσμούς μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε, όπως το έθεσε ο δικαστής Learned Hand το 1944, ότι το «πνεύμα της ελευθερίας είναι το πνεύμα που δεν είναι πολύ σίγουρο ότι έχει δίκιο» – και που συνεπώς πρέπει να έχει τη διάθεση να ακούσει την άλλη πλευρά.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Παγιδευμένοι στον ίλιγγο της τρομολαγνείας

Τι σχέση μπορεί να έχει η συνεχής ροή απίθανων πληροφοριών για μια πρωτοφανή αεροπορική τραγωδία όπως αυτή του Μπόινγκ των Μαλαισιανών αερογραμμών, η έκδοση στη χώρα μας δύο βιβλίων που υπογράφουν δολοφόνοι της 17Ν (Κουφοντίνας και Ξηρός) και μια τηλεοπτική εκπομπή όπου άγρια προσωπικά και οικογενειακά δράματα γίνονται θέαμα δακρύων και λιποθυμιών με πρόσχημα ότι μπορεί να επουλωθούν βαθιά τραύματα ψυχής από την παραπλανητική θέρμη των προβολέων;

Φαινομενικώς καμία. Εκτός από το γεγονός ότι το καθένα από αυτά τα μιντιακά γεγονότα τροφοδοτούν και συντηρούν ύπουλα τα μύχια υπολείμματα κανιβαλισμού, τα οποία παραμένουν στον πυρήνα των σύγχρονων κοινωνιών του υψηλού δημοκρατικού πολιτισμού μας, περιβεβλημένα την απενοχοποιητική λάμψη του σουξέ.

Ας μη γελιόμαστε, είμαστε τόσο εξοικειωμένοι στο μιντιακό σπλάτερ, έχει γίνει τόσο του συρμού το τελετουργικό διαφήμισης του τρόμου σε όλες του τις μορφές, ώστε έχουμε εθιστεί στον ηδονικό ίλιγγο του αρνητικού, του χυδαίου και του απάνθρωπου. Με μια σχεδόν σαρκική εξάρτηση καταναλώνουμε την αγριάδα, θεωρώντας ότι η μιντιακή προβολή των ακραίων φαινομένων, όπου εμπεριέχεται και η κριτική προσέγγισή τους, απαλείφει την αρνητική ένταση και εντέλει το ίδιο το αρνητικό γεγονός.

Μην ξεχνάμε ότι αυτή η χώρα το καλοκαίρι του 2002 κατανάλωνε την πιο άγρια, δολοφονική υπόθεση τρομοκρατίας (τηλεοπερέτες για τη σύλληψη των μελών της 17Ν) σαν συναρπαστικό υπερθέαμα, όπου οι πρωταγωνιστές, στυγεροί δολοφόνοι, γίνονταν οικεία πρόσωπα-της-διπλανής-πόρτας, ενώ θεσμοί της δημοκρατίας παραμερίστηκαν σε ουκ ολίγες στιγμές με ανυπόστατες, όπως αποδείχθηκε αργότερα, καταγγελίες για πολίτες που ευφάνταστα σενάρια και συνωμοσιολογικός λαϊκισμός τα ενέπλεκαν στην υπόθεση της «17 Νοέμβρη». Ηταν τέτοιος ο όγκος του θεάματος και τόσο μεγάλη η σύγχυση μεταξύ λαϊκών φαντασιώσεων, μιντιακών σκηνοθεσιών και μεταπολιτευτικών μυθολογιών, ώστε δεν θα μπορούσε παρά να καταλήξει όλο αυτό, ναι, και στην έκδοση βιβλίων από αυτούς που προβλήθηκαν. Εκείνο το απόθεμα θεαματικής φρίκης αποτέλεσε το ιδανικό διαφημιστικό πλαίσιο των δύο εκδόσεων για να επιτευχθεί ο «ιερός στόχος», το κέρδος.

Ουδεμία έκπληξη. Και η εκδήλωσή της μόνον υποκριτική μπορεί να είναι σε μια εποχή και έναν τόπο που εξακολουθεί να υποκλίνεται τυφλά στους όρους του τηλεοπτικού θεάματος. Οπως υποκριτική είναι και η αντιμετώπιση του χώρου των εκδόσεων σαν πεδίο όπου επικρατούν τα ευγενέστερα των ηθών. Αν ήταν έτσι δεν θα ’χαν κατακλύσει τα ράφια τα πολύ τηλεοπτικά εξώφυλλα, όχι μόνον λαϊκών, εφήμερων αναγνωσμάτων, αλλά ακόμη και κλασικών έργων. Οσο για τις πολιτικές επιπτώσεις; Η απενοχοποίηση της βίας με οποιοδήποτε άλλοθι και η ηρωοποίηση του δολοφόνου, του κακοποιού, του εγκληματία αποτελούν πλέον καθημερινή μιντιακή κατάσταση.

Και οι καταναλωτές του καναπέ, ακόμη και οι πλέον αφελείς που παραδίδονται σε δάκρυα συγκίνησης παρακολουθώντας live ανθρώπινες τραγωδίες, ψυχές να ξεφλουδίζουν on camera σε μια αναπαράσταση δημόσιας, «οικειοθελούς» εκτέλεσης της ψυχικής τους υγείας από τον ισόβιο στιγματισμό τους, που γίνεται υπό την καθοδήγηση υπέρλαμπρης, ατσαλάκωτης παρουσιάστριας, εκτίθενται εξίσου σε μια ύπουλη βία, ίσως τη χειρότερη και την πιο πολιτική από οποιαδήποτε ψευδοεπαναστατική ρητορεία, αυτή της εξαθλίωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Αλλά εδώ, ουδείς διαμαρτύρεται, ουδείς υπερασπίζεται τα θύματα και τους συγγενείς, αντιθέτως κάτι τέτοιο θεωρείται σόου, το οποίο «ελευθέρως» ο θεατής μπορεί να επιλέξει να μην παρακολουθήσει. Και όχι μόνο, αλλά θεωρείται και «βοήθεια» προς την πάσχουσα ψυχή αυτή η δημόσια τάχα εξομολόγηση του δράματος και η ψευδοπαρηγοριά ότι ακούν και συμπάσχουν οι θεατές. Με τον μανδύα του λαϊκού θεάματος ενδύεται η χυδαιότερη μορφή κουτσομπολιού και ηδονοβλεψίας.

Αλλά ακριβώς αυτό το στοιχείο, η ηδονοβλεπτική απόλαυση του «απαγορευμένου», του «ανοίκειου», αποτελεί την αιτία του σουξέ όλων αυτών των μιντιακών «εδεσμάτων». Οσο δε περισσότερο εγείρουν αντιδράσεις, όσο επικρίνονται και όσο τα αληθινά θύματά τους -όπως οι συγγενείς των δολοφονηθέντων από την 17Ν- εκφράζουν τα συναισθήματα πόνου και αποτροπιασμού, τόσο πιο ερεθιστικά αληθινή γίνεται η μυρωδιά του «αίματος».

Με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο η παγκόσμια κοινότητα κατανάλωσε απίθανα σενάρια φρίκης για την τύχη του Μπόινγκ με τις 250 περίπου ψυχές να αγνοούνται και τους συγγενείς τους να σπαρταρούν από πόνο. Ο εθισμός στη φρίκη έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε σε κάθε τραγωδία πρώτα φτάνουν στα παγκόσμια δίκτυα ερασιτεχνικά βίντεο, όπου έχει αποτυπωθεί live ο θάνατος, και κατόπιν οι ειδήσεις για το γεγονός.

Η πλειοδοσία του τρόμου και της φρίκης αποκτά παραληρηματικές διαστάσεις. Αλλά η σύγχρονη τραγωδία μας δεν είναι ούτε οι εκδόσεις βιβλίων τρομοκρατών και ο κυνισμός της κερδοσκοπίας τους από το αποτρόπαιο ούτε τα τηλεοπτικά θεάματα βίας και εξαθλίωσης, αλλά ο πεισματικός αφανισμός των αισθητικών κριτηρίων, είτε αφορούν τη συγγραφή είτε την τηλεόραση.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή