Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φανατισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φανατισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Η μόρφωση των κοριτσιών και ο φόβος των ισλαμιστών

Οταν ισλαμιστές τρομοκράτες στη Νιγηρία οργάνωσαν μια μυστική επίθεση τον περασμένο μήνα, δεν έβαλαν στο στόχαστρο ένα στρατώνα, έναν αστυνομικό σταθμό ή μια βάση μη επανδρωμένων βομβαρδιστικών. Oχι, οι μαχητές της Μπόκο Χαράμ επιτέθηκαν σε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό για εκείνους: ένα σχολείο για κορίτσια.

Τα μορφωμένα κορίτσια είναι ο χειρότερος εφιάλτης των φανατικών της οπισθοδρόμησης. Γι’ αυτό οι Πακιστανοί Ταλιμπάν πυροβόλησαν τη 15χρονη Μαλάλα Γιουσαφζάι στο κεφάλι. Γι’ αυτό οι Αφγανοί Ταλιμπάν ρίχνουν οξύ στο πρόσωπο κοριτσιών που θέλουν να μορφωθούν. Γιατί όμως φοβούνται τόσο πολύ την εκπαίδευση των κοριτσιών; Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη μεταμόρφωσης μιας κοινωνίας. Η χειρότερη απειλή γι’ αυτούς δεν είναι οι πύραυλοι από μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά τα κορίτσια που διαβάζουν βιβλία.

Από αυτή τη σκοπιά, η Μπόκο Χαράμ φέρθηκε λογικά –αν και βάρβαρα– όταν απήγαγε μερικά από τα πιο ευφυή και φιλόδοξα κορίτσια στην περιοχή και ανακοίνωσε, μάλιστα, ότι θα τα πουλήσει ως σκλάβες. Αν θέλεις να καθηλώσεις τη χώρα σου στην οπισθοδρόμηση, βάλε χειροπέδες στις κόρες σου.

Εκείνο που με θλίβει είναι ότι εμείς στη Δύση δεν συμπεριφερόμαστε το ίδιο ορθολογικά. Για να καταπολεμήσουμε τους τρομοκράτες, επενδύουμε υπερβολικά στα στρατιωτικά εργαλεία και όχι τόσο στα εργαλεία της εκπαίδευσης, που αποδεδειγμένα είναι πιο αποτελεσματικά. Ο πρόεδρος Ομπάμα δίνει το πράσινο φως για βομβαρδισμούς με μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά αμελεί την υπόσχεση που έδωσε το 2008 ότι θα διαθέσει 2 δισ. δολάρια για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου ταμείου για την εκπαίδευση.

Γιατί, λοιπόν, έχει τόσο μεγάλη σημασία η εκπαίδευση των κοριτσιών; Πρώτα πρώτα, γιατί αλλάζει τη δημογραφία. Ενας από τους παράγοντες που συνδέονται με την αστάθεια, είναι το μεγάλο ποσοστό νέων στον πληθυσμό. Οσο περισσότεροι είναι οι άνεργοι νεαροί άνδρες 15-24 ετών σε μια χώρα, τόσο μεγαλύτερο είναι το δυναμικό αναταραχής, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτό σημαίνει ότι ο περιορισμός των γεννήσεων τείνει να οδηγεί στη σταθερότητα, και εδώ είναι που παρεμβαίνει η εκπαίδευση των κοριτσιών. Μορφώνεις ένα αγόρι και πιθανότατα θα αποκτήσει μικρότερη οικογένεια, αλλά η διαφορά δεν θα είναι σημαντική. Αν όμως μορφώσεις ένα κορίτσι, θα αποκτήσει πολύ λιγότερα παιδιά. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε αξιόπιστες μελέτες.

Γενικότερα, η μόρφωση των κοριτσιών μπορεί να διπλασιάσει το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Δίνει μεγάλη ώθηση στην οικονομία, ανεβάζοντας τις απαιτήσεις για καλύτερο επίπεδο ζωής και κινητοποιώντας μια ανοδική έλικα ανάπτυξης. Η οικονομική άνθηση της Ασίας οικοδομήθηκε πάνω στη μόρφωση των κοριτσιών και στη μετακίνησή τους από την ύπαιθρο σε πιο παραγωγικές εργασίες στις πόλεις.

Η μόρφωση των κοριτσιών, βέβαια, δεν είναι πανάκεια. Η Σαουδική Αραβία και το Ιράν εκπαιδεύουν τα κορίτσια τους, αλλά δεν τους δίνουν πρόσβαση σε θέσεις ισχύος. Oταν όμως μια χώρα μορφώνει και απελευθερώνει τα κορίτσια της, αυτές οι μορφωμένες γυναίκες γίνονται πολλαπλασιαστές για το καλό.

Η Αντζελίν Μουγκγουεντέρε ήταν ένα πάμφτωχο κορίτσι από τη Ζιμπάμπουε, που οι συμμαθητές της την κορόιδευαν επειδή πήγαινε στο σχολείο ξυπόλυτη. Δεν μπορούσε ν’ αγοράσει σχολικά εφόδια, κι έτσι έπλενε πιάτα στα σπίτια των δασκάλων της με την ελπίδα να πάρει σε αντάλλαγμα ένα στιλό ή ένα τετράδιο. Η Αντζελίν, όμως, ήταν πολύ έξυπνη κι επιμελής. Στις εξετάσεις της έκτης δημοτικού, που γίνονται σε εθνικό επίπεδο, πέτυχε μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες στη χώρα. Δεν είχε όμως τη δυνατότητα να προχωρήσει, διότι η οικογένειά της δεν μπορούσε να πληρώσει τα δίδακτρα. Τότε ήταν που παρενέβη μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, η Campaign for Female Education (Camfed), η οποία βοήθησε ώστε να συνεχίσει το σχολείο η Αντζελίν. Τελείωσε με άριστες επιδόσεις το γυμνάσιο και τώρα είναι περιφερειακή διευθύντρια της Camfed, με αρμοδιότητα να βοηθάει φτωχά κορίτσια να φοιτούν στο σχολείο σε τέσσερις αφρικανικές χώρες. Ανταποδίδει στο πολλαπλάσιο τη βοήθεια που δέχθηκε.

Η μόρφωση των κοριτσιών και η ενδυνάμωση των γυναικών είναι εγχειρήματα σε μεγάλο βαθμό εφικτά. Ξοδεύουμε δισεκατομμύρια δολάρια για τη συλλογή πληροφοριών, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τις στρατιωτικές επεμβάσεις, παρότι τα αποτελέσματα όλων αυτών είναι αμφισβητούμενα. Σε σύγκριση, η εκπαίδευση των κοριτσιών έχει ελάχιστη οικονομική στήριξη, παρόλο που είναι αποδεδειγμένα πολύ πιο αποτελεσματική.

Του Nicholas Kristof των New York TImes δημοσίευση στην Καθημερινή

Η κοινωνία, σαν μια γροθιά

«Τα θύματα της βίας είναι μαύρα, είναι λευκά, είναι πλούσια και φτωχά, νέα και ηλικιωμένα, διάσημα και ανώνυμα. Πάνω απ’ όλα, είναι ανθρώπινα πλάσματα, τα οποία άλλα ανθρώπινα πλάσματα αγάπησαν και χρειάζονταν κοντά τους. Κατάφερε ποτέ κάτι η βία; Ποτέ μια σφαίρα δεν σταμάτησε τον αγώνα ενός μάρτυρα. Οποτε προσβάλλουμε την ίδια την υφή της ζωής, που με τόσο πόνο και κόπο ένας άνθρωπος έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του και τα παιδιά του, τότε ολόκληρο το έθνος καταβαραθρώνεται.

»Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως επιδεικνύουμε ανοχή σε ένα αυξανόμενο κύμα βίας το οποίο περιφρονεί και απαξιώνει τόσο τις κοινές ανθρωπιστικές μας αξίες όσο και το δικαίωμά μας στον πολιτισμό. Αποδεχόμαστε ήρεμα τις ειδήσεις στις εφημερίδες πολιτών που σφαγιάζονται σε μακρινές χώρες. Αποθεώνουμε τον φόνο μέσα από τις κινηματογραφικές και τις τηλεοπτικές μας οθόνες και αυτό το αποκαλούμε ψυχαγωγία. Πολύ συχνά δικαιολογούμε όσους χτίζουν τις ζωές τους πάνω στα κατεστραμμένα όνειρα άλλων. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι σαφές: η βία φέρνει βία, η καταπίεση φέρνει αντίδραση και τις ψυχές μας μπορεί να απαλλάξει από αυτή τη νόσο μονάχα ολόκληρη η κοινωνία μας, σαν μια γροθιά.

»Υπάρχει ένας άλλος τύπος βίας, πιο αργός αλλά εξίσου φονικός, καταστροφικός όσο ένας πυροβολισμός ή μια βόμβα μέσα στη νύχτα. Αυτή είναι η θεσμική βία· η αδιαφορία και η παθητικότητα. Είναι η βία που προσβάλλει τους άπορους, που δηλητηριάζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων λόγω του δέρματός τους. Είναι η αργή εξόντωση ενός πεινασμένου παιδιού, σχολείων χωρίς βιβλία και σπιτιών χωρίς θέρμανση.

»Οταν διδάσκεις έναν άνθρωπο να μισεί και να φοβάται τον αδελφό του, όταν τον διδάσκεις ότι ο άλλος είναι λιγότερο άνθρωπος από τον ίδιο, εξαιτίας του δέρματός του ή των ιδεών του ή των πολιτικών που ακολουθεί, όταν διδάσκεις ότι όσοι διαφέρουν από εσένα απειλούν την ελευθερία σου ή τη δουλειά σου ή το σπίτι σου ή την οικογένειά σου, τότε αυτό που μαθαίνεις είναι να αντιμετωπίζεις τους άλλους όχι ως συμπολίτες σου αλλά ως εχθρούς τους οποίους πρέπει να αντιμετωπίζεις όχι μέσα από τη συνεργασία αλλά μέσα από την υποταγή. Ετσι μαθαίνουμε, εν τέλει, να βλέπουμε τους αδελφούς μας σαν ξένους, σαν ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε μια πόλη αλλά όχι μια κοινότητα· ανθρώπους με τους οποίους μας συνδέουν κοινές επιδιώξεις, αλλά όχι η κοινή προσπάθεια. Μαθαίνουμε να μοιραζόμαστε μονάχα έναν κοινό φόβο, μαθαίνουμε μονάχα στο κοινό ένστικτο να ζούμε μέσα από τη σύγκρουση και την άσκηση ισχύος.

»Οι ζωές μας πάνω σε αυτό τον πλανήτη είναι πολύ σύντομες και η δουλειά που πρέπει να καταβάλουμε πολύ μεγάλη για να μπορέσει το πνεύμα να ανθήσει στην πατρίδα μας. Φυσικά, δεν μπορεί κάτι τέτοιο να επιτευχθεί απλώς και μόνο μέσα από ένα πρόγραμμα και μετά από μια απόφαση. Ωστόσο, μπορούμε ίσως να θυμόμαστε ότι εκείνοι που ζούνε μαζί μας είναι αδέλφια μας, ότι μοιραζόμαστε όλοι αυτή τη σύντομη στιγμή που είναι οι ζωές μας· ότι όλοι δεν αναζητούμε τίποτα περισσότερο παρά την ευκαιρία να ζήσουμε τις ζωές μας με κάποιο νόημα, με ευτυχία, κατακτώντας αυτή την ικανοποίηση και την πληρότητα, στο μέτρο που μπορεί ο καθένας μας. Σίγουρα, αυτός ο δεσμός της κοινής πίστης, αυτός ο δεσμός του κοινού στόχου, μπορεί, κατ’ αρχήν, κάτι να μας διδάξει. Σίγουρα μπορούμε να μάθουμε, επιτέλους, να κοιτάζουμε τους άλλους δίπλα μας ως συνανθρώπους μας και σίγουρα μπορούμε να αρχίσουμε να δουλεύουμε λίγο σκληρότερα για να δέσουμε τις κοινές μας πληγές και να γίνουμε βαθιά μέσα στις καρδιές μας αδέλφια και συμπατριώτες για μία ακόμη φορά».

Ηταν, σε αποσπάσματα, η ομιλία του Ρόμπερτ Κένεντι, το 1968, μία ημέρα μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. «Μουσική υπόκρουση; Μπραμς, 3η Συμφωνία, τρίτο μέρος - Poco Allegretto».

Του Ηλία Μαγκλίνη από την Καθημερινή

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Ο φόβος των βαρβάρων

Το άρθρο είναι του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 05/10/2008
Στο τελευταίο βιβλίο του, που έχει τίτλο «La peur des barbares» (Robert Laffont, 2008), ο Τσβετάν Τοντόροφ αναλύει το φόβο για τη διαφορετικότητα που ταλανίζει τις σύγχρονες κοινωνίες. Ο Τοντόροφ μίλησε γι' αυτό το βιβλίο του στον δημοσιογράφο Φάμπιο Γκαμπάρο της ιταλικής εφημερίδας «La Repubblica»:
«Είμαι ένας ξένος. Ζω σε μια χώρα διαφορετική από εκείνη στην οποία γεννήθηκα και πάντα με ευαισθητοποιούσε το πρόβλημα των πολιτισμικών διαφορών. Η σχέση ανάμεσα σε μοναδικότητα και διαφορετικότητα είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη κατάσταση, και συνεπώς πρέπει να την επανεξετάζουμε συνεχώς, για να καταπολεμούμε το φόβο που μετατρέπει κάθε ξένο σε πηγή κινδύνου. Σήμερα το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στους πολιτισμούς έχει γίνει κεντρικό. Η ιδεολογική συζήτηση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς έχει πάψει και τη θέση της πήρε η προβληματική της σύγκρουσης των πολιτισμών. Η παγκοσμιοποίηση ξαναθέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή ηγεμονία της Δύσης, ενώ οι πληθυσμοί του πλανήτη επικοινωνούν μεταξύ τους πολύ πιο εύκολα από όσο στο παρελθόν. Η επανάσταση των επικοινωνιών και των μεταφορών πολλαπλασιάζει τις επαφές μεταξύ των πολιτισμών.
Ωστόσο, αντί να θεωρούνται πηγή αμοιβαίου εμπλουτισμού, αυτές οι επαφές βιώνονται από τον δυτικό κόσμο σαν μια απειλή που γεννάει φόβο, το φόβο των βαρβάρων. Υπάρχουν ορισμένοι που θεωρούν ότι η βαρβαρότητα υπάρχει μόνο στο βλέμμα όσων θεωρούν βάρβαρο τον άλλον, επειδή δεν τον κατανοούν. Για τον δυτικό κόσμο οι βάρβαροι είναι οι ξένοι, εκείνοι που δεν γνωρίζουν τον πολιτισμό μας και την κουλτούρα μας.
Από αυτή την άποψη, ο πολιτισμός ταυτίζεται με τη δική μας πολιτισμική παράδοση. Όλοι ξέρουμε όμως ότι πρόσωπα που γνώριζαν πολύ καλά την κουλτούρα μας μπόρεσαν να συμπεριφερθούν βάρβαρα. Αυτό καταδεικνύει ότι βαρβαρότητα και πολιτισμός δεν μπορούν να οριστούν μέσω της απουσίας ή της παρουσίας μιας κουλτούρας. Για να ορίσουμε τη βαρβαρότητα, αντί να χρησιμοποιήσουμε ένα πολιτισμικό κριτήριο, είναι καλύτερο να χρησιμοποιήσουμε τη σχέση μας με τους άλλους. Είναι πολιτισμένος όποιος αναγνωρίζει την πλήρη ανθρωπιά των άλλων και επομένως τους αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια προσοχή που θα αξίωνε και για τον εαυτό του. Είναι βάρβαρος, αντίθετα, όποιος αρνείται να αναγνωρίσει στους άλλους την πλήρη ανθρωπιά τους, επειδή τους θεωρεί κατώτερους ή τους μεταχειρίζεται απάνθρωπα.
Η βαρβαρότητα υπερβαίνει τις κουλτούρες επειδή δεν εξαρτάται από την εκπαίδευση ή από τις γνώσεις. Δεν είναι μια πολιτισμική κατηγορία αλλά μια ηθική κατηγορία. Οι κουλτούρες, αντίθετα, είναι κατηγορίες περιγραφικές χωρίς κάποια ηθική αξία. Το γεγονός ότι εγώ μιλάω τα βουλγαρικά και εσείς τα ιταλικά δεν συνεπάγεται κάποιαν ιδιαίτερη αξία ούτε για μένα ούτε για σας. Καμιά κουλτούρα δεν μας προστατεύει οριστικά από τη βαρβαρότητα. Έτσι, είναι βάρβαρος ο ισλαμιστής που πραγματοποιεί μια τρομοκρατική επίθεση, αλλά και ο αμερικανικός στρατός που σκοτώνει αμάχους ή βασανίζει φυλακισμένους.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος της δυτικής κοινής γνώμης συνεχίζει να θεωρεί βαρβάρους εκείνους που δεν κατέχουν την κουλτούρα μας. Ο φόβος του Ισλάμ είναι σήμερα κυρίαρχο συναίσθημα. Αυτός ο φόβος έχει διαδοθεί ευρέως από τα ΜΜΕ αλλά και από έργα όπως εκείνα της Οριάνας Φαλάτσι. Μερικές φορές ο φόβος παραμένει ανέκφραστος, άλλες φορές εκδηλώνεται ανοιχτά, τόσο που πολλές κυβερνήσεις τον εκμεταλλεύονται για να κυβερνούν. Με πρώτη την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί, βέβαια, δέχθηκαν μια πρωτόγνωρη τρομοκρατική επίθεση, αλλά η κυβέρνηση Μπους εκμεταλλεύτηκε έπειτα το φόβο του Ισλάμ, για να κρατάει τον πληθυσμό σε μια κατάσταση άκριτου συναγερμού και να τον κάνει να αποδέχεται πιο εύκολα τις αποφάσεις της.
Ο φόβος όμως είναι πάντοτε κακός σύμβουλος, τόσο που ο φόβος των βαρβάρων απειλεί να μας μεταμορφώσει σε βαρβάρους, ωθώντας μας στη μισαλλοδοξία και στον πόλεμο. Σήμερα πρώτη φορά στην ιστορία των δυτικών δημοκρατιών τα βασανιστήρια έγιναν θεμιτή πράξη. Τα βασανιστήρια όμως είναι βάρβαρη πράξη.
Σύμφωνα με τον Σάμουελ Χάντινγκτον, από τη στιγμή που έπαψε να υπάρχει ο κομμουνιστικός συνασπισμός, η Δύση βρήκε ένα νέο εχθρό στον ισλαμικό κόσμο. Πρόκειται για μιαν απλουστευτική και μανιχαϊκή άποψη, που θεωρεί τον μουσουλμανικό κόσμο ένα ενιαίο συμπαγές μπλοκ, ξεχνώντας ότι οι πολιτισμοί δεν είναι οντότητες που μεταβιβάζονται σαν πλατωνικές ουσίες.
Οι πολιτισμοί δεν είναι μονολιθικά μπλοκ αμετάβλητα μέσα στο χρόνο, αλλά είναι κατασκευές σε διαρκές γίγνεσθαι, μιγαδικές πραγματικότητες στο εσωτερικό των οποίων δρουν πολυάριθμες υποκουλτούρες που μετασχηματίζονται συνεχώς σε συνάρτηση με τις σχέσεις τους και τις επαφές τους με τις εξωτερικές κουλτούρες.
Το να μιλάμε για ένα μοναδικό ισλαμικό πολιτισμό δεν έχει νόημα. Οι μουσουλμάνοι είναι διαφορετικοί από μας, δεν τους καταλαβαίνουμε και επομένως τους θεωρούμε βαρβάρους, που εμπνέονται αποκλειστικά από εχθρικές προθέσεις. Δεν τρέφω καμιά συμπάθεια για τους ισλαμιστές, αλλά είναι παράλογο να νομίζουμε ότι πάνω από ένα δισεκατομμύριο πρόσωπα καθορίζονται αποκλειστικά από τον πολιτισμικό και θρησκευτικό γενετικό τους κώδικα. Όπως όλοι μας, οι μουσουλμάνοι συμπεριφέρονται με βάση μια πολλαπλότητα κινήτρων, προσωπικών, ψυχολογικών, πολιτικών, κοινωνικών κ.λπ. Στη Δύση όμως συνεχίζουμε να φανταζόμαστε ότι αυτοί υποκινούνται αποκλειστικά από το Κοράνι. Εξάλλου, δεν είναι όλοι οι μουσουλμάνοι ισλαμιστές και δεν είναι όλοι οι ισλαμιστές τρομοκράτες. Είμαστε διαφορετικοί αλλά ταυτόχρονα είμαστε όλοι άνθρωποι.
Όπως μας δίδαξαν οι στοχαστές του Διαφωτισμού, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε την οικουμενικότητα της ανθρώπινης κατάστασης αλλά ταυτόχρονα και την ποικιλία των πολιτισμικών διαφορών».