Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Τα αναβολικά στην αρχαιότητα


Το ντοπάρισμα των αθλητών και η δωροδοκία με σκοπό τη νίκη εμφανίστηκαν στους στίβους της αρχαιότητας μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (έληξε το 404 π.Χ.), την «αυτοκτονία της Ελλάδας», όπως τον χαρακτήρισε διάσημος ιστορικός. Ως τότε κι από τα βάθη των αιώνων, από κανενός το μυαλό δεν μπορούσε να περάσει η σκέψη να παραπλανήσει τους κριτές (Ελλανοδίκες). Όμως, μετά το τέλος του σχεδόν 30χρονου αιματηρού εμφύλιου πολέμου, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναζητούσαν την κοινωνική καταξίωση με μια νίκη σε κάποιον από τους πανελλήνιους αγώνες, τους Ολυμπιακούς κατά προτίμηση. Περίπου τον ίδιο καιρό εμφανίστηκαν και οι επαγγελματίες αθλητές.
Ήταν η εποχή που ο πιο αναγνωρισμένος γιατρός της αρχαιότητας, ο Ιπποκράτης (πέθανε το 377 π.Χ.), αμφισβητούσε τη ρήση «νους υγιής εν σώματι υγιεί» και δίδασκε ότι δεν είναι η άθληση που εξασφαλίζει την υγεία αλλά το μέτρο στην εργασία, στο φαγητό, στον ύπνο και στον έρωτα.
Μισόν αιώνα αργότερα, ο Αριστοτέλης (384 – 322 π.Χ.) περιέγραφε τα ορατά αποτελέσματα από την ειδική δίαιτα, στην οποία υποβάλλονταν οι αθλητές: Παραμορφωμένα πρόσωπα που έμοιαζαν με ζώων. Και, έπειτα από αρκετούς αιώνες, ο επίσης αναγνωρισμένος γιατρός της αρχαιότητας, Γαληνός (128 – 200), δίδασκε ότι η πολύωρη καθημερινή άθληση δε βοηθά τη φυσική ομορφιά, καθώς οι απαιτήσεις πολλών αγωνισμάτων συχνά παραμορφώνουν το πρόσωπο και το σώμα των αθλητών.
Στην Ολυμπία, ο έλεγχος των αθλητών ήταν ασφυκτικός. Τα «διατροφικά συμπληρώματα» ξεκινούσαν από ένα κοκτέιλ «μέλι με σύκα» κι έφταναν στο κρέας ταύρου, ενώ οι πιο ριψοκίνδυνοι έπιναν ούρα από γνωστά για τη δύναμή τους ζώα, θεωρώντας ότι περιείχαν τις ουσίες εκείνες που τα έκαναν δυνατά (σήμερα γνωρίζουμε ότι η τεστοστερόνη παράγεται από τον διάμεσο ορχικό ιστό του ανθρώπου, αυτόν που ονομάζουμε κύτταρα του Λάιντιχ).
Στην Ολυμπία άλλωστε, οι αθλητές έπρεπε να φτάσουν ένα μήνα πριν από την έναρξη των αγώνων. Τους συνόδευαν οι γυμναστές ή, των παίδων, οι πατέρες ή μεγαλύτερα αδέλφια. Στον μήνα αυτό, διδάσκονταν τους κανονισμούς των αθλημάτων, παρακολουθούσαν αγώνες κι έμεναν απομονωμένοι σε ιδιαίτερο κτίριο της Ήλιδας. Η δήλωση συμμετοχής γινόταν ένα χρόνο πριν και καταγραφόταν σε ειδικές λίστες.
Υπεύθυνη για την οργάνωση των αγώνων ήταν η Ολυμπιακή Βουλή, ενώ κριτές ήταν οι Ελλανοδίκες, μέλη της αρμόδιας επιτροπής (δυο αρχικά, δέκα στη συνέχεια, δώδεκα έπειτα και, από το 348 π.Χ., πάλι δέκα). Εκλέγονταν με κλήρο ανάμεσα στους Ηλείους και είχαν απόλυτη εξουσία.
Απέρριπταν αθλητές που δεν είχαν τα κατάλληλα να αγωνιστούν προσόντα, απέκλειαν όσους υπέπιπταν σε παραπτώματα και τιμωρούσαν με πρόστιμα ή και με δημόσια μαστίγωση τους παραβάτες των κανονισμών. Παραβάσεις ήταν η αργοπορημένη προσέλευση, η μη υπακοή στις εντολές, η μη τήρηση των κανονισμών διεξαγωγής των αθλημάτων και η δωροδοκία είτε για να αφεθεί αθλητής να νικηθεί είτε για ευνοϊκή μεταχείριση.
Σε περίπτωση δωροδοκίας, έπεφτε τόσο βαρύ πρόστιμο στον αθλητή και στην πόλη του, ώστε με τα χρήματα που εισπράττονταν, ανεγείρονταν αγάλματα του Δία, οι Ζάνες (από τον πληθυντικό της λέξης Ζευς) πάνω σε ειδικά βάθρα. Βρέθηκαν 17 βάθρα Ζανών που σημαίνει ότι τόσες δωροδοκίες τιμωρήθηκαν στα 1169 χρόνια που κράτησαν οι Ολυμπιάδες. Πρώτο κρούσμα δωροδοκίας αποκαλύφθηκε το 388 π.Χ. (16 χρόνια μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου). Δεύτερο, είκοσι χρόνια αργότερα (368 π.X.), όταν κατασκευάστηκαν δύο Ζάνες από πρόστιμα που επέβαλαν οι Ελλανοδίκες σε δύο Ρόδιους παλαιστές που, κατά τον Παυσανία, πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω (ο Φιλόστρατος να δωροδοκεί τον Εύδηλο). Το επόμενο κρούσμα συνέβη μετά από 36 χρόνια (332 π.Χ.). Η δυσφήμιση του αθλητή αλλά και της πόλης την οποία εκπροσωπούσε και το στίγμα της «πλαστής νίκης» απέτρεπαν την απόπειρα δωροδοκίας παρ’ όλο που ο δεκασμός για τους αρχαίους Έλληνες ήταν σε πολλές περιπτώσεις τρόπος ζωής.
Έφεση κατά μιας απόφασης των Ελλανοδικών (των οποίων το σκεπτικό απαγορευόταν να γνωστοποιηθεί) επιτρεπόταν μόνο στην Βουλή της Ήλιδας. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως, οι αποφάσεις γίνονταν αποδεκτές. Οι Ελλανοδίκες ήταν αναγνωρισμένα αμερόληπτοι και αδέκαστοι.

Στην Αρχαία Ρώμη, το ντοπάρισμα ήταν περίπου νόμιμο. Στα άλογα των ιπποδρομιών χορηγούσαν «υδρομέλας» (ένα οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται από την αλκοολική ζύμωση διαλύματος μελιού σε νερό). Το πόσο αποτελεσματικό ήταν φαίνεται και από το γεγονός ότι το έπιναν και οι στρατιώτες, πριν από τη μάχη. Τον Α’ (μ.Χ.) αιώνα, για να αυξήσουν τη μυϊκή τους μάζα, οι Έλληνες αθλητές προτιμούσαν να πίνουν εκχύλισμα από το φυτό «υπουρίς», είδος φτέρης, βασικού συστατικού από την οποία σήμερα παράγεται το οργανικό καύσιμο τύρφη. Ένα μείγμα κρασιού και στρυχvίvnς (δηλητηρίου που σε μικρές δόσεις λειτουργεί ως διεγερτικό) δινόταν σε νεαρούς αθλητές στις αρχαίες Ολυμπιάδες.
Εκεί όμως που το ντοπάρισμα έδινε και έπαιρνε, ήταν στο αγώνισμα της πάλης. Νικητής αναδεικνυόταν όποιος έριχνε τον αντίπαλό του στο έδαφος τρεις φορές καθώς οι αθλητές έπρεπε να παλεύουν όρθιοι.
Αναπτύχθηκαν δυο τεχνικές: Του συνδυασμού ταχύτητας, ευκινησίας και ευστοχίας που χαρακτήριζε κυρίως τους αθλητές του πένταθλου (όπου ένα από τα αθλήματα ήταν και η πάλη) και της δύναμης που κυρίως χρησιμοποιούσαν οι μόνο παλαιστές. Η πρώτη τεχνική ήταν δημοφιλής στους Αθηναίους, η δεύτερη στους Σπαρτιάτες. Με τον Μίλωνα τον Κροτωνιάτη ονομαστό για τη δύναμή του Ολυμπιονίκη, κυρίαρχο του αγωνίσματος για 24 συναπτά χρόνια (540 – 516 π.Χ.). Κάποια φορά σήκωσε και περιέφερε στα χέρια του ένα ταύρο ζωντανό, μετά τον έσφαξε, τον έψησε και τον έφαγε μόνος του. Κάποια άλλη, σήκωσε τον ανδριάντα του και τον μετέφερε μόνος του στην Άλτη. Και κάποια τρίτη, στήθηκε όρθιος πάνω σε ένα δίσκο αλειμμένο με λάδι χωρίς κανένας από όσους προσπάθησαν να μπορέσει να τον μετακινήσει από εκεί. Το αγώνισμα της πάλης ήταν τόσο δημοφιλές ώστε συντηρούσε στρατιές επαγγελματιών παλαιστών, σωστών θηρίων σε όγκο και δύναμη.

Αναδημοσίευση από το historyreport.gr

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Το «έδοξε τω δήμω» την εποχή του Διαδικτύου

Είναι ν’ απορείς που δεν το σκέφτηκαν οι φωστήρες των στοιχημάτων να εισαγάγουν ένα καινούργιο, τέτοιες μέρες εκλογικές: Πόσες φορές θ’ ακουστεί την πρώτη Κυριακή της κάλπης και πόσες τη δεύτερη το κλισέ «Σήμερα μιλάει ο λαός»: Σαράντα τρεις, όσοι και οι αρχηγοί των κομμάτων που συμμετέχουν στις ευρωεκλογές; Περί τις χίλιες, όσοι (χονδρικώς) οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές; Περί τις δέκα χιλιάδες, όσοι -χονδρικώς και πάλι- οι υποψήφιοι κάθε μορφής, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, δημοτικοί, περιφερειακοί, διαμερισματικοί σύμβουλοι κτλ.; Πολλές χιλιάδες φορές, το μόνο σίγουρο. Πόσες ακριβώς είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ισως γι’ αυτό δεν είδαμε και τέτοιας λογής ποντάρισμα, ενώ υπάρχουν τόσα άλλα ευρηματικότατα: ποιος παίκτης θ’ αγωνιστεί με κατεβασμένες κάλτσες ή με υψωμένα μανίκια (σαν πολιτικός που ετοιμάζεται «να πιάσει δουλειά»), πόσοι οπαδοί θα τρυπώσουν σε παιχνίδι «κεκλεισμένων των θυρών», οι ρουκέτες θα είναι όσες του αναστάσιμου Βροντάδου κ.ο.κ.

Φιλολαϊκό θέλει να εμφανίζεται το πατροπαράδοτο «Σήμερα μιλάει ο λαός». Μολαταύτα, όπως καθετί το δημαγωγικό, έχει μέσα του τον σπόρο της απαξίωσης του ίδιου του λαού που θέλει να εγκωμιάσει. Διότι τον μειώνει σε βουβό παρατηρητή των πραγμάτων (και της ίδιας της ζωής του) για τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου - ή της τετραετίας. Και διότι ταυτίζει περιοριστικά τη δημοκρατία με τη διά της ψήφου καταδήλωση του λαϊκού φρονήματος· δηλαδή με μια τελετουργία που η αξία της μειώνεται σταθερά και λόγω της ολονέν ευρύτερης αποχής και λόγω της περιφρόνησης που επιφυλάσσουν ποικίλοι υπερεθνικοί οργανισμοί και εξωθεσμικοί παράγοντες στη λαϊκή βούληση. Μήπως αυτό δεν ήταν ένα από τα ευρωπαϊκά μαθήματα των τελευταίων ετών, με τον εξαναγκασμό σε συγκρότηση τεχνοκρατικών ή μεικτών κυβερνήσεων ουδόλως νομιμοποιημένων από την ετυμηγορία της κάλπης; Κραυγαλέο το έλλειμμα δημοκρατίας.

Ενα δεύτερο μάθημα των τελευταίων χρόνων είναι ότι ο λαός (οι πολίτες, οι καταναλωτές, οι «χρήστες»), που μιλούσε πάντοτε κι ας μην ακουγόταν, κι ας μην ήταν κάθε φορά καθαρή η φωνή του, διαθέτει πια ορισμένους επιπλέον τρόπους για να δηλώνει την παρουσία του. Τοπικά, εθνικά και διεθνώς· σε πανευρωπαϊκό ή και οικουμενικό επίπεδο. Με την αόρατη και άυλη και εντούτοις σχεδόν απτή συνεργασία ανθρώπων που οι δρόμοι τους δεν θα διασταυρωθούν ποτέ. Η εκκλησία του δήμου τον καιρό του Ιντερνετ δεν υπακούει σε όρια χρονικά ή χωρικά. Ενα κυματάκι μπορεί να γίνει ταχύτατα τσουνάμι, άσχετα αν δεν θα έχει τελικά το επιθυμητό αποτέλεσμα, μια και οι εξουσίες, πολιτικές και οικονομικές, ξέρουν να παρακάμπτουν και να περιφρονούν και αυτό το μοντέρνο, διαδικτυακό «έδοξε τω δήμω».

Οι «φίλοι της παραδόσεως» είναι πιθανό να ισχυριστούν ότι πρόκειται απλώς για μια ελαφρώς πολιτικοποιημένη μορφή της ψηφοφορίας για τη Γιουροβίζιον, επιπόλαιη και ακίνδυνη. Ή ότι δίχως σωματική παρουσία δεν συγκροτείται πλήθος, δήμος, κόσμος, ούτε αποκτάται υλική δύναμη. Από το ένα άκρο όμως -της πλήρους απαξίωσης- έως το άλλο -της εξιδανίκευσης- εκτείνεται η τεράστια ζώνη της πραγματικότητας· της μεσότητας. Εκεί όπου η ψηφιακή κοινωνία και σώμα διαθέτει και επίδραση μπορεί να ασκήσει. Στο κάτω κάτω, η ηλεκτρονική υπογραφή εκτός από απολύτως προσωπική, είναι και δεσμευτική, ακόμα κι όταν δίνεται κάπως χαλαρά ή με την πρόθεση επιβίβασης στον συρμό. Για το αν ενδέχεται να φέρει και προβλήματα στη ζωή όποιου υπογράφει, ας λάβουμε υπόψη μας δύο τινά: ότι σε πολλές χώρες οι διαδικτυακές πρωτοβουλίες (η ιντερνετική «ομιλία» εν γένει) απαγορεύονται ή τελούν υπό χαφιεδίστικη παρακολούθηση· και, δεύτερον ότι, έπειτα και από τις αποκαλύψεις του Εντουαρντ Σνόουντεν, ξέρουμε ότι ο Μεγάλος Αδελφός δεν είναι τηλεοπτικό παιχνίδι. Ξέρουμε επίσης ότι το παράνομο εμπόριο ψηφιακών δεδομένων είναι αποδοτικότατο.

Προφανώς η συγκέντρωση εκατό χιλιάδων ηλεκτρονικών υπογραφών δεν ισοδυναμεί με τη συγκέντρωση εκατό χιλιάδων ανθρώπων στο Σύνταγμα, που θα μείνουν ώρες εκεί, με τα συνθήματα και τα τραγούδια τους, με την αυτοπρόσωπη (συν)παρουσία τους· αν και μάθαμε πια ότι οι «αποφασισμένες» κυβερνήσεις μπορούν άνετα να αδιαφορήσουν ακόμα και για μαζικά κινήματα μεγάλης διάρκειας. Προφανώς επίσης το ηλεκτρονικό «συνανήκειν» διαμορφώνεται διαφορετικά από το οικείο μας, το «παραδοσιακό», αυτό που μας εντάσσει σε κάποια πολιτική ομάδα, όμιλο σκέψης, κόμμα. Και, κάπως αυστηρά, μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι η θεραπεία των απορρυθμισμένων αστικών κοινωνιών (που, όσο δηλώνουν ότι αποστρέφονται την πολιτική «έτσι όπως υπάρχει», κερματίζονται όλο και πια βαθιά σε άτομα), αλλά το σύμπτωμά τους.

Σύμφωνοι. Δεν επιτρέπεται η ψευδαίσθηση ότι το οικουμενικό διαδικτυακό χωριό είναι πανίσχυρο. Είναι ανόητο όμως και να πιστεύουμε πως είναι ψευδαίσθηση και πλάνη η ίδια η (διαρκώς ανασχηματιζόμενη) ύπαρξή του. Μια ύπαρξη που και δύναμη έχει και χάρη. Μιλάω έχοντας στον νου μου όχι τον συγχυτικό θόρυβο όσων μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλώνονται και αλλοιώνονται από την ανώνυμη ή ψευδώνυμη ωμογραφία, αλλά την ψηφιακή έστω δράση μέσα από πλατφόρμες που δημιουργούνται αυθορμήτως, σαν ανταπόκριση σε συγκεκριμένο πρόβλημα, ή από άλλες με την προϊστορία τους πια και την επίσημη, αναγνωρίσιμη ταυτότητά τους. Το «ψηφιακό κίνημα» των τελευταίων ημερών με τις δεκάδες χιλιάδες υπογραφές κατά του στουρνάρειου και χατζηδάκειου σχεδίου νόμου που προωθεί την πιο ασύστολη παράδοση του γιαλού στην ιδιωτική εκμετάλλευση και την τσιμεντοστρωμένη «αξιοποίηση», οδηγώντας στην καταστροφή μία από τις λιγοστές αρετές του τόπου, έδειξε ότι οι πολίτες μιλούν και ψηφίζουν και άσχετα από την κάλπη. Οτι κατανοούν πως τίποτα καλό δεν έχουν να περιμένουν αν εμπιστευθούν την προστασία του περιβάλλοντος στο ονομαστικά αρμόδιο υπουργείο.

Πρόσθεσα -αυτόματα και αυτονόητα- και τη δική μου υπογραφή στις υπόλοιπες. Οπως το έχω κάνει κάμποσες φορές ώς τώρα, σε υπερεθνική πλατφόρμα, για ζητήματα ανθρωπιστικής ή οικολογικής φύσης σε διάφορες χώρες του κόσμου. Ορισμένες συλλογές υπογραφών (οι μαζικότερες) υπήρξαν αποτελεσματικές: έσωσαν ζωές. Ομολογώ πάντως ότι κάθε φορά σαν να γαληνεύω ή και να παίρνω κουράγιο βλέποντας πάνω στην οθόνη να πέφτουν τα ονόματα των συνυπογραφόντων με μια σημαιούλα δίπλα, της πατρίδας του καθενός: Ισπανία, Αυστραλία, Πολωνία, Πακιστάν, Αίγυπτος, Καναδάς, Βραζιλία, Ιαπωνία, Ελλάδα... Ενας κόσμος. Ο κόσμος μας.

Του Παντελή Μπουκάλα, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Η μόρφωση των κοριτσιών και ο φόβος των ισλαμιστών

Οταν ισλαμιστές τρομοκράτες στη Νιγηρία οργάνωσαν μια μυστική επίθεση τον περασμένο μήνα, δεν έβαλαν στο στόχαστρο ένα στρατώνα, έναν αστυνομικό σταθμό ή μια βάση μη επανδρωμένων βομβαρδιστικών. Oχι, οι μαχητές της Μπόκο Χαράμ επιτέθηκαν σε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό για εκείνους: ένα σχολείο για κορίτσια.

Τα μορφωμένα κορίτσια είναι ο χειρότερος εφιάλτης των φανατικών της οπισθοδρόμησης. Γι’ αυτό οι Πακιστανοί Ταλιμπάν πυροβόλησαν τη 15χρονη Μαλάλα Γιουσαφζάι στο κεφάλι. Γι’ αυτό οι Αφγανοί Ταλιμπάν ρίχνουν οξύ στο πρόσωπο κοριτσιών που θέλουν να μορφωθούν. Γιατί όμως φοβούνται τόσο πολύ την εκπαίδευση των κοριτσιών; Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη μεταμόρφωσης μιας κοινωνίας. Η χειρότερη απειλή γι’ αυτούς δεν είναι οι πύραυλοι από μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά τα κορίτσια που διαβάζουν βιβλία.

Από αυτή τη σκοπιά, η Μπόκο Χαράμ φέρθηκε λογικά –αν και βάρβαρα– όταν απήγαγε μερικά από τα πιο ευφυή και φιλόδοξα κορίτσια στην περιοχή και ανακοίνωσε, μάλιστα, ότι θα τα πουλήσει ως σκλάβες. Αν θέλεις να καθηλώσεις τη χώρα σου στην οπισθοδρόμηση, βάλε χειροπέδες στις κόρες σου.

Εκείνο που με θλίβει είναι ότι εμείς στη Δύση δεν συμπεριφερόμαστε το ίδιο ορθολογικά. Για να καταπολεμήσουμε τους τρομοκράτες, επενδύουμε υπερβολικά στα στρατιωτικά εργαλεία και όχι τόσο στα εργαλεία της εκπαίδευσης, που αποδεδειγμένα είναι πιο αποτελεσματικά. Ο πρόεδρος Ομπάμα δίνει το πράσινο φως για βομβαρδισμούς με μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά αμελεί την υπόσχεση που έδωσε το 2008 ότι θα διαθέσει 2 δισ. δολάρια για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου ταμείου για την εκπαίδευση.

Γιατί, λοιπόν, έχει τόσο μεγάλη σημασία η εκπαίδευση των κοριτσιών; Πρώτα πρώτα, γιατί αλλάζει τη δημογραφία. Ενας από τους παράγοντες που συνδέονται με την αστάθεια, είναι το μεγάλο ποσοστό νέων στον πληθυσμό. Οσο περισσότεροι είναι οι άνεργοι νεαροί άνδρες 15-24 ετών σε μια χώρα, τόσο μεγαλύτερο είναι το δυναμικό αναταραχής, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτό σημαίνει ότι ο περιορισμός των γεννήσεων τείνει να οδηγεί στη σταθερότητα, και εδώ είναι που παρεμβαίνει η εκπαίδευση των κοριτσιών. Μορφώνεις ένα αγόρι και πιθανότατα θα αποκτήσει μικρότερη οικογένεια, αλλά η διαφορά δεν θα είναι σημαντική. Αν όμως μορφώσεις ένα κορίτσι, θα αποκτήσει πολύ λιγότερα παιδιά. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε αξιόπιστες μελέτες.

Γενικότερα, η μόρφωση των κοριτσιών μπορεί να διπλασιάσει το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Δίνει μεγάλη ώθηση στην οικονομία, ανεβάζοντας τις απαιτήσεις για καλύτερο επίπεδο ζωής και κινητοποιώντας μια ανοδική έλικα ανάπτυξης. Η οικονομική άνθηση της Ασίας οικοδομήθηκε πάνω στη μόρφωση των κοριτσιών και στη μετακίνησή τους από την ύπαιθρο σε πιο παραγωγικές εργασίες στις πόλεις.

Η μόρφωση των κοριτσιών, βέβαια, δεν είναι πανάκεια. Η Σαουδική Αραβία και το Ιράν εκπαιδεύουν τα κορίτσια τους, αλλά δεν τους δίνουν πρόσβαση σε θέσεις ισχύος. Oταν όμως μια χώρα μορφώνει και απελευθερώνει τα κορίτσια της, αυτές οι μορφωμένες γυναίκες γίνονται πολλαπλασιαστές για το καλό.

Η Αντζελίν Μουγκγουεντέρε ήταν ένα πάμφτωχο κορίτσι από τη Ζιμπάμπουε, που οι συμμαθητές της την κορόιδευαν επειδή πήγαινε στο σχολείο ξυπόλυτη. Δεν μπορούσε ν’ αγοράσει σχολικά εφόδια, κι έτσι έπλενε πιάτα στα σπίτια των δασκάλων της με την ελπίδα να πάρει σε αντάλλαγμα ένα στιλό ή ένα τετράδιο. Η Αντζελίν, όμως, ήταν πολύ έξυπνη κι επιμελής. Στις εξετάσεις της έκτης δημοτικού, που γίνονται σε εθνικό επίπεδο, πέτυχε μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες στη χώρα. Δεν είχε όμως τη δυνατότητα να προχωρήσει, διότι η οικογένειά της δεν μπορούσε να πληρώσει τα δίδακτρα. Τότε ήταν που παρενέβη μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, η Campaign for Female Education (Camfed), η οποία βοήθησε ώστε να συνεχίσει το σχολείο η Αντζελίν. Τελείωσε με άριστες επιδόσεις το γυμνάσιο και τώρα είναι περιφερειακή διευθύντρια της Camfed, με αρμοδιότητα να βοηθάει φτωχά κορίτσια να φοιτούν στο σχολείο σε τέσσερις αφρικανικές χώρες. Ανταποδίδει στο πολλαπλάσιο τη βοήθεια που δέχθηκε.

Η μόρφωση των κοριτσιών και η ενδυνάμωση των γυναικών είναι εγχειρήματα σε μεγάλο βαθμό εφικτά. Ξοδεύουμε δισεκατομμύρια δολάρια για τη συλλογή πληροφοριών, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τις στρατιωτικές επεμβάσεις, παρότι τα αποτελέσματα όλων αυτών είναι αμφισβητούμενα. Σε σύγκριση, η εκπαίδευση των κοριτσιών έχει ελάχιστη οικονομική στήριξη, παρόλο που είναι αποδεδειγμένα πολύ πιο αποτελεσματική.

Του Nicholas Kristof των New York TImes δημοσίευση στην Καθημερινή

Η κοινωνία, σαν μια γροθιά

«Τα θύματα της βίας είναι μαύρα, είναι λευκά, είναι πλούσια και φτωχά, νέα και ηλικιωμένα, διάσημα και ανώνυμα. Πάνω απ’ όλα, είναι ανθρώπινα πλάσματα, τα οποία άλλα ανθρώπινα πλάσματα αγάπησαν και χρειάζονταν κοντά τους. Κατάφερε ποτέ κάτι η βία; Ποτέ μια σφαίρα δεν σταμάτησε τον αγώνα ενός μάρτυρα. Οποτε προσβάλλουμε την ίδια την υφή της ζωής, που με τόσο πόνο και κόπο ένας άνθρωπος έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του και τα παιδιά του, τότε ολόκληρο το έθνος καταβαραθρώνεται.

»Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως επιδεικνύουμε ανοχή σε ένα αυξανόμενο κύμα βίας το οποίο περιφρονεί και απαξιώνει τόσο τις κοινές ανθρωπιστικές μας αξίες όσο και το δικαίωμά μας στον πολιτισμό. Αποδεχόμαστε ήρεμα τις ειδήσεις στις εφημερίδες πολιτών που σφαγιάζονται σε μακρινές χώρες. Αποθεώνουμε τον φόνο μέσα από τις κινηματογραφικές και τις τηλεοπτικές μας οθόνες και αυτό το αποκαλούμε ψυχαγωγία. Πολύ συχνά δικαιολογούμε όσους χτίζουν τις ζωές τους πάνω στα κατεστραμμένα όνειρα άλλων. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι σαφές: η βία φέρνει βία, η καταπίεση φέρνει αντίδραση και τις ψυχές μας μπορεί να απαλλάξει από αυτή τη νόσο μονάχα ολόκληρη η κοινωνία μας, σαν μια γροθιά.

»Υπάρχει ένας άλλος τύπος βίας, πιο αργός αλλά εξίσου φονικός, καταστροφικός όσο ένας πυροβολισμός ή μια βόμβα μέσα στη νύχτα. Αυτή είναι η θεσμική βία· η αδιαφορία και η παθητικότητα. Είναι η βία που προσβάλλει τους άπορους, που δηλητηριάζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων λόγω του δέρματός τους. Είναι η αργή εξόντωση ενός πεινασμένου παιδιού, σχολείων χωρίς βιβλία και σπιτιών χωρίς θέρμανση.

»Οταν διδάσκεις έναν άνθρωπο να μισεί και να φοβάται τον αδελφό του, όταν τον διδάσκεις ότι ο άλλος είναι λιγότερο άνθρωπος από τον ίδιο, εξαιτίας του δέρματός του ή των ιδεών του ή των πολιτικών που ακολουθεί, όταν διδάσκεις ότι όσοι διαφέρουν από εσένα απειλούν την ελευθερία σου ή τη δουλειά σου ή το σπίτι σου ή την οικογένειά σου, τότε αυτό που μαθαίνεις είναι να αντιμετωπίζεις τους άλλους όχι ως συμπολίτες σου αλλά ως εχθρούς τους οποίους πρέπει να αντιμετωπίζεις όχι μέσα από τη συνεργασία αλλά μέσα από την υποταγή. Ετσι μαθαίνουμε, εν τέλει, να βλέπουμε τους αδελφούς μας σαν ξένους, σαν ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε μια πόλη αλλά όχι μια κοινότητα· ανθρώπους με τους οποίους μας συνδέουν κοινές επιδιώξεις, αλλά όχι η κοινή προσπάθεια. Μαθαίνουμε να μοιραζόμαστε μονάχα έναν κοινό φόβο, μαθαίνουμε μονάχα στο κοινό ένστικτο να ζούμε μέσα από τη σύγκρουση και την άσκηση ισχύος.

»Οι ζωές μας πάνω σε αυτό τον πλανήτη είναι πολύ σύντομες και η δουλειά που πρέπει να καταβάλουμε πολύ μεγάλη για να μπορέσει το πνεύμα να ανθήσει στην πατρίδα μας. Φυσικά, δεν μπορεί κάτι τέτοιο να επιτευχθεί απλώς και μόνο μέσα από ένα πρόγραμμα και μετά από μια απόφαση. Ωστόσο, μπορούμε ίσως να θυμόμαστε ότι εκείνοι που ζούνε μαζί μας είναι αδέλφια μας, ότι μοιραζόμαστε όλοι αυτή τη σύντομη στιγμή που είναι οι ζωές μας· ότι όλοι δεν αναζητούμε τίποτα περισσότερο παρά την ευκαιρία να ζήσουμε τις ζωές μας με κάποιο νόημα, με ευτυχία, κατακτώντας αυτή την ικανοποίηση και την πληρότητα, στο μέτρο που μπορεί ο καθένας μας. Σίγουρα, αυτός ο δεσμός της κοινής πίστης, αυτός ο δεσμός του κοινού στόχου, μπορεί, κατ’ αρχήν, κάτι να μας διδάξει. Σίγουρα μπορούμε να μάθουμε, επιτέλους, να κοιτάζουμε τους άλλους δίπλα μας ως συνανθρώπους μας και σίγουρα μπορούμε να αρχίσουμε να δουλεύουμε λίγο σκληρότερα για να δέσουμε τις κοινές μας πληγές και να γίνουμε βαθιά μέσα στις καρδιές μας αδέλφια και συμπατριώτες για μία ακόμη φορά».

Ηταν, σε αποσπάσματα, η ομιλία του Ρόμπερτ Κένεντι, το 1968, μία ημέρα μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. «Μουσική υπόκρουση; Μπραμς, 3η Συμφωνία, τρίτο μέρος - Poco Allegretto».

Του Ηλία Μαγκλίνη από την Καθημερινή

Tι θα σήμαινε «αλλαγή γηπέδου»

(Σπάνια συμφωνώ με τον επιφυλλιδογράφο, αλλά η πρότασή του για την παδεία είναι γαργαλίστικη...)

Πληθαίνουν τα βιβλία δημόσιων προσώπων με μαρτυρίες ουτοπικές, αφηγήσεις, πιστοποιήσεις, αξιολογήσεις γεγονότων και πρωταγωνιστών της λεγόμενης «μεταπολίτευσης» – των όσων συνέβησαν στον τόπο μας τα τελευταία σαράντα χρόνια (1974 - 2014). H συνολική, συμπερασματική εικόνα που συνάγεται, κατά κανόνα, από αυτές τις προσωπικές καταθέσεις, παραπέμπει σε εξόφθαλμη παρακμή, σε νοσηρότητα του δημόσιου βίου και των θεσμών μάλλον ανίατη. Mοιάζει να έχουν χαθεί τα αντανακλαστικά ζωντανού οργανισμού, οι δυνατότητες συλλογικής αυτοάμυνας, οι αντιδράσεις και λειτουργίες ανάσχεσης κινδύνων ή απειλών.

Στις προσωπικές μαρτυρίες καταδείχνεται ψηλαφητή και ακαταγώνιστη η δυναμική της ελεύθερης πτώσης: H αποσύνθεση της δημόσιας διοίκησης με την καθολική επιβολή του πελατειακού κράτους, το αλαλούμ πειραματισμών, ιδεοληψίας και «προοδευτικής» στενοκεφαλιάς που διέλυσε την παιδεία, η αχαλίνωτη αυθαιρεσία του συνδικαλισμού: αμόκ αυτοκαταστροφής. Mικρότητες απίστευτης ευτέλειας των διαχειριστών της εξουσίας, βουλιμική απληστία κάθε κομματικής κουζίνας (κατά κυριολεξία παρακράτους της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης), χαμένη κάθε αίσθηση δημόσιου συμφέροντος, αυτονόητη η λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος.

H φυγοπονία κανόνας, η αναξιοκρατία καθεστώς, η απαιδευσία και η εξηλιθίωση ενδημικές. Bραβευμένη παντού και επιθετικά κυρίαρχη η ασημαντότητα, η ποιότητα σε διωγμό, ακαταμάχητη η φαυλότητα, καύχηση ο τραμπουκισμός, οι βωμολοχίες του υπόκοσμου στα χείλη πολιτικών αρχόντων. Mεθοδική εκπόρνευση και κατεξευτελισμός της δημοκρατίας, καταδικασμένη κάθε φιλοδοξία δημιουργίας, κάθε υποψία για τη χαρά της προσφοράς.

H κρίσιμη εκλογική μάζα, αυτή που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, άσκεφτη, ασυλλόγιστη, μωρόπιστη, με μοναδική χαρά ζωής την καταναλωτική ετοιμότητα, είναι αδύνατο να διακρίνει ποιος την εμπαίζει, ποιος σε βάρος της εγκληματεί. Aκόμα και σήμερα δίνει την ψήφο της στους αυτουργούς των κακουργημάτων υπερδανεισμού της χώρας, στους ανίκανους να διανοηθούν άλλη δυνατότητα ανάκαμψης από την ειλωτική πειθάρχηση στην «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών και σε ό,τι αυτό σημαίνει. Ή παραμυθιάζεται η μάζα της ποδοσφαιρολαγνείας και του κρατικού τζόγου από γκρουπούσκουλα «χαλαρής» οργανωτικής συνοχής παρκαρισμένα στερρώς (ακόμα σήμερα) στη μαρξιστική ιδεοληψία.

Mέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι μαρτυρίες, αφηγήσεις, πιστοποιήσεις, αξιολογήσεις γεγονότων και πρωταγωνιστών της «μεταπολίτευσης» κομίζουν πείρα και προβληματισμό, αλλά με την κατεστημένη νοο-τροπία μοιάζει αδύνατο να μη διολισθήσουν στην ανεδαφική ηθικολογία. Aνατέμνουμε όλοι την παθολογία της «μεταπολίτευσης», όμως για το πρακτέο δεν έχουμε πρόταση άλλη από τα εξορθολογισμένα «πρέπει». «Πρέπει» να γίνουν φίλεργοι, αδέκαστοι, παραγωγικοί οι δημόσιοι υπάλληλοι, «πρέπει» να σχεδιαστεί εξ υπαρχής η παιδεία, «πρέπει» το Σύνταγμα να εξασφαλίζει δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων – αναρίθμητα τα «πρέπει» της κοινής λογικής και του στοιχειώδους αυτοσεβασμού. Aλλά ποιος, με ποιο πολιτικό πρόγραμμα και ποια κοινωνική στήριξη θα κάνει πράξη αυτά τα «πρέπει»;

Περιθωριακή μάλλον, ίσως και δύσπεπτη η πρόταση που, χρόνια τώρα, ψελλίζεται σε αυτές εδώ τις επιφυλλιδογραφικές απόπειρες: Kοινωνική μεταβολή και, κατά συνέπεια, πολιτικός μετασχηματισμός θα προκύψει μόνο από μια ρεαλιστική απάντηση (αρθρωμένη σε κυβερνητικό πρόγραμμα) στο πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: Γιατί ο εφοριακός να μη «λαδωθεί», γιατί ο πολεοδόμος να μην εκβιάσει, γιατί ο γιατρός να αρνηθεί το «φακελάκι», γιατί ο εργολήπτης και ο προμηθευτής να μην καταχραστούν το κοινωνικό χρήμα, γιατί ο μπακάλης ή ο βενζινάς να μη νοθεύσουν την πραμάτειά τους, γιατί ο υπουργός να μη χρηματιστεί, γιατί ο βουλευτής να μην ακυρώσει τη συνείδησή του;

Γιατί; Eπειδή «πρέπει»; Eπειδή είναι χρηστικές (κοινά ωφέλιμες) οι κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς; Eπειδή το επιτάσσει το «κοινωνικό συμβόλαιο», το λέει η Hθική ή το διδάσκουν οι πρόσκοποι; Aστεία πράγματα. Oταν έχεις τη δυνατότητα, μία φορά, στη μία και μοναδική ζωή σου, «να κάνεις ένα δώρο στον εαυτό σου», να λωποδυτήσεις πεντακόσια (χωρίς πλαφόν ανδρεϊκό) εκατομμύρια από τον κρατικό κορβανά, ο μόνος ρεαλιστικός λόγος για να μην το κάνεις είναι ένας και μόνος: H άρνησή σου να σου χαρίζει χαρά μεγαλύτερη από όση θα σου έδιναν τα πεντακόσια εκατομμύρια.

Eίναι αρχή, βεβαιωμένη από την πανανθρώπινη εμπειρία: «Eρως έρωτι διακρούεται»: Eνας έρωτας, και κατά προέκταση κάθε σφοδρή ή ζωτική επιθυμία, εξουδετερώνεται μόνο από άλλον, συναρπαστικότερο έρωτα. Aδιαφορείς για τον πλούτο, την καταναλωτική μονομανία, την ακόρεστη δίψα για δύναμη, μόνο αν γευθείς κάποια χαρά ζωής υπέρτερη: Iσως το «καθαρό πρόσωπο» απέναντι στους συντοπίτες και τους φίλους σου. Iσως «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών, τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε». Iσως το πάθος για την καλλιέργεια, τη γλώσσα, την ποιότητα.

Mια πολιτική πρόταση με ρεαλιστικές ελπίδες ανάσχεσης της σημερινής κατρακύλας στο χάος και στην ντροπή, θα ήταν εφικτή μόνο αν κόμιζε συνεπή άρνηση να «παίξει» στο γήπεδο του σημερινού πολιτικού συστήματος. Tο τι θα σήμαινε έμπρακτα μια τέτοια άρνηση, δεν μεταφράζεται εύκολα σε καταναλώσιμες συνταγές, μόνο με εικόνες μπορεί να υποδηλωθεί η «άλλη» λογική, η αλλαγή γηπέδου: Mε συνειδητή τη δεδομένη οικονομική καταστροφή, πρώτη πολιτική επιδίωξη να αποκτήσει η χώρα τα καλύτερα κλασικά λύκεια της Eυρώπης, τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές θεωρητικών μαθηματικών. H συνολική αποτυχία ξεπερνιέται, όταν κάπου αριστεύεις, όταν ξαναγεννηθεί αυτοπεποίθηση. Eίμαστε στο ναδίρ της αποβιομηχάνισης, σε απελπιστική πτώση της παραγωγικότητας; Ξεκινάμε διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από το Δημοτικό, αναβαθμίζουμε προκλητικά το μάθημα της μουσικής στα σχολειά. Tέτοιου είδους ενεργήματα δείχνουν τι σημαίνει: αρνούμαι να παίξω στο γήπεδο της παρακμής.

Πρώτιστη έγνοια: ο σχεδιασμός κατάργησης της αλλοτριωτικής μαζοποίησης που φέρει τα ιερά ονόματα «Kαποδίστριας» και «Kαλλικράτης» – επιστροφή στη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, χάρη στην οποία επιβίωσε ο Eλληνισμός χιλιάδες χρόνια. Kεφαλαιώδης προτεραιότητα, η συνεπής αποκέντρωση παραγωγικών μονάδων, υπουργείων και διοικητικών κέντρων. H ανασύνταξη εξ υπαρχής του εκπαιδευτικού συστήματος και του θεσμού κοινωνικού ελέγχου της ραδιοτηλεόρασης (EΣP). Kατάργηση κάθε κρατικής ανάμειξης στον επαγγελματικό αθλητισμό. Mιλάμε πάντοτε για ενδείξεις και εικόνες «αλλαγής γηπέδου» στην πολιτική.

Mιλάμε για το ανέφικτο. Που είναι πάντοτε ο γονιμότερος στόχος της ελπίδας.

Του Χρήστου Γιανναρά, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Σε τριάντα χρόνια...

Μας έβαλε δύσκολα ο Γιάννης Τροχόπουλος, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος. Μιλώντας την περασμένη Τετάρτη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη με θέμα τα Ιδρύματα σε περίοδο κρίσης, ζήτησε να συστρατευτούμε «σε κάτι που δεν θα ζήσουμε εμείς, αλλά τα παιδιά μας». «Η Εθνική Βιβλιοθήκη θα λαμπρύνει την ιστορία του τόπου σε 30 χρόνια από τώρα».
Για μια κοινωνία που εκπαιδεύτηκε να καταναλώνει μόνο σε χρόνο παρόντα και όχι να επενδύει στο μέλλον, όποια προοπτική υπόσχεται μακροπρόθεσμα οφέλη αποτελεί άγνωστη συνθήκη. Πώς, λοιπόν, θα εργαστούμε για κάτι ασαφές, σημαντικό μεν —ποιος θα διαφωνούσε— αλλά καθόλου χειροπιαστό, σχεδόν άυλο; Επίσης, τι ακριβώς σημαίνει «θα λαμπρύνει την ιστορία του τόπου»; Πώς μπορεί να καταυγάσει η μάθηση, η εκπαίδευση, μια χώρα με απαξιωμένη δημόσια εκπαίδευση και κλειστά πανεπιστήμια;
Κι όμως· σε αυτήν την ταραγμένη εποχή, που καμία επόμενη μέρα δεν είναι ίδια με την προηγούμενη, οι βιβλιοθήκες αποτελούν θέμα συζήτησης διεθνώς: στην Αμερική, στην Ασία, στην Ευρώπη. Αλλάζει η πρόσληψη της γνώσης, ο τρόπος που αντλούμε την πληροφορία, η αξιολόγηση της μνήμης, η διαμόρφωση της σκέψης, η σχέση μας με τα βιβλία. Οι βιβλιοθήκες αλλάζουν. Πώς;
Σε ένα κατατοπιστικό κείμενο στην ιστοσελίδα του προγράμματος Future Library διαβάζουμε: «Στο παρελθόν η βιβλιοθήκη είχε ως επίκεντρο τα βιβλία. Στο μέλλον, τον αναγνώστη. Στο παρελθόν αποτελούσε χώρο αναζήτησης πληροφοριών. Πλέον, βοηθά στη δημιουργία της πληροφορίας και την επικοινωνία της στο κοινό. Κάποτε, ήταν τόπος για τους μοναχικούς ανθρώπους. Στο μέλλον, είναι τόπος συγκέντρωσης και δραστηριοποίησης ομάδων. Στη βιβλιοθήκη του παρελθόντος όλα περιστρέφονταν γύρω από οδηγίες, κανόνες και την επικρατούσα πολιτική του χώρου. Τώρα, επικεντρώνεται στην άνεση, στην εξυπηρέτηση και προσέγγιση του κοινού ανάλογα με τις ανάγκες του. Στο παρελθόν, η εκτύπωση και αναπαραγωγή συγγραμμάτων ήταν το σύνηθες. Στο μέλλον, έχει ως έργο την ανάπτυξη πολυποίκιλων συγγραμμάτων — το τύπωμά τους, την ηχητική και οπτική αναπαραγωγή τους».
Ο «knowledge worker» του 21ου αιώνα είναι άνθρωπος πολλαπλών δεξιοτήτων: ευέλικτος, προσαρμοστικός, χωρίς αμετακίνητα γνωστικά αντικείμενα, που επιδίδεται στη διά βίου εκπαίδευση. Ένας νέος ανθρωπότυπος που σμιλεύεται στη βιβλιοθήκη του μέλλοντος. Για την ακρίβεια: δεν διαμορφώνεται έξω από αυτήν, γιατί ό,τι περιλαμβάνει τη γνώση δεν είναι αποκομμένο από την κοινωνία. Αντίθετα· αποτελεί κομβικό σημείο της, εστία εξέλιξης και ωρίμανσης. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Σιγκαπούρης ανέκαμψε όταν προσανατολίστηκε στην εκπαίδευση, στη βελτίωση του ανθρώπινου δυναμικού», σημειώνει ο Γ. Τροχόπουλος. Ήταν, πριν από δυο μήνες, ανάμεσα στους επίσημους προσκεκλημένους της νεόδμητης και εντυπωσιακής κατασκευής στο Μπέρμιγχαμ, της μεγαλύτερης βιβλιοθήκης της Ευρώπης. «Είχε 300 επίσημους τη μία μέρα και 10.000 επισκέπτες την επόμενη. Κινδυνεύουμε, αν δεν προνοήσουμε, να βιώσουμε την απόλυτη αντιστροφή. Να έχουμε 10.000 κόσμο στα εγκαίνια και 300 την επόμενη μέρα», είχε σχολιάσει μετά την επιστροφή του, αναφερόμενος στο έργο του Ρέντσο Πιάνο στο Φαληρικό Δέλτα. «Εκεί, υπάρχει το κοινό. Εδώ, πρέπει να το δημιουργήσουμε».
Οι εκστρατείες φιλαναγνωσίας καλλιεργούν τη συνήθεια από τη μικρή ηλικία. Αρκεί; Συνέργειες, συνεργασία. Με τις ανά την Ελλάδα βιβλιοθήκες και τις τοπικές κοινωνίες. Αρκεί; Συνεχείς πειραματισμοί, άνοιγμα σε όλα τα κοινωνικά πεδία. Ο Δημήτρης Πρωτοψάλτου (επικεφαλής του Future Library) αναρωτιέται; «Ποιοι είναι το βασικό μας κοινό; Οι φτωχοί, εκείνοι που δεν μπορούν να αγοράσουν βιβλία ή κομπιούτερ, που δεν έχουν να πληρώσουν φροντιστήριο, οι μετανάστες, οι κάτοικοι των απομακρυσμένων περιοχών. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των ανθρώπων αυτών έχει γιγαντωθεί. Γι’ αυτό, ενώ τα κρατικά κονδύλια για τις Βιβλιοθήκες έχουν μειωθεί κατά 80%, η επισκεψιμότητά τους έχει αυξηθεί».
Οι ψηφίδες του παζλ έχουν κοινωνική ταυτότητα. Οι τάξεις των αναγνωστών θα πυκνώνουν όσο οι εκστρατείες φιλαναγνωσίας λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς. Η δουλειά που πρέπει να γίνει, σε όλα τα μέτωπα, είναι σύνθετη και εντατική. Ειδικά στην Ελλάδα της καχυποψίας, των διαχωριστικών γραμμών, που εντάθηκαν με την κρίση, του εσωτερικού διχασμού και της εξωτερικής αδιαφάνειας. Οι διαδρομές που χαράσσονται, είναι διαδρομές στην ομίχλη. Όσο πιο ενθαρρυντικά εμφανίζονται τα αποτελέσματα της προσπάθειας τόσο η ατμόσφαιρα θα γίνεται πιο διαυγής. Τόσο ο χρόνος δεν θα είναι μέλλοντας αλλά παρόντας. Θα μας περιβάλλει. Κάθε βήμα θα εγγράφεται στο σώμα της κοινωνίας, όσο μικρό και αν είναι. Προοπτική είναι αυτή ακριβώς η συστράτευση σε έναν σκοπό. Η ελάχιστη αλλά λυσιτελής εργασία. Ούτως ή άλλως -πρέπει να το επαναλαμβάνουμε διαρκώς- οι σημαντικές μετατοπίσεις προετοιμάζονται δεκαετίες νωρίτερα. Εδραιώνονται μέρα τη μέρα, κερδίζονται αθόρυβα και επίμονα. Μονότονα, σχεδόν πληκτικά. Χωρίς εξάρσεις και πανηγυρισμούς, θριαμβευτικές ανακοινώσεις και άδειες υποσχέσεις. Η προσμονή είναι συλλογική προσπάθεια. Οπως και η κατάκτηση.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο του στους «New York Times», ο Τόμας Φρίντμαν, με αφορμή την επίσκεψή του στη Νότια Κίνα για να καταγράψει από κοντά την προσπάθεια νέων εκπαιδευτικών από 32 χώρες του κόσμου στο πρόγραμμα Teach for All, σημειώνει: «Ξόδεψα πολύ καιρό γράφοντας για ανθρώπους που καταστρέφουν και αφιέρωσα πολύ λίγο χρόνο για να καλύψω προσπάθειες ανθρώπων που δημιουργούν». Τροφή για σκέψη.


Άρθρο της Μαρίας Κατσουνάκη από την Καθημερινή 10-11-2013

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Να σέβεσαι και να ανέχεσαι τους άλλους

Σε μια πρόσφατη έρευνα πραγματοποιημένη από το World Values Survey με θέμα τη σημασία που δίνουν οι γονείς στη μετάδοση στα παιδιά τους της αξίας του σεβασμού και της ανεκτικότητας, η Ελλάδα κατατάχθηκε τελευταία ανάμεσα σε 69 χώρες. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικογένεια δεν θεωρεί σημαντικό να κοινωνικοποιεί τους νέους με βάση τις παραπάνω αξίες. Καθόλου τυχαία νομίζω, χαμηλά μαζί με την Ελλάδα βρίσκονται χώρες όπως η Ουγκάντα, η Αλγερία και το Πακιστάν, ενώ οι πέντε πρώτες χώρες στη σχετική λίστα ήταν η Σουηδία, η Ολλανδία, η Δανία, η Γαλλία και η Ισλανδία. Το αποτέλεσμα της έρευνας δεν πρέπει να μας εκπλήσσει καθώς με μια προσεκτικότερη ματιά θα αντιληφθούμε πως εδώ βρίσκεται η ρίζα πολλών δεινών μας ως κοινωνία.

Ο σεβασμός και η ανεκτικότητα είναι συμπληρωματικές αλλά διαφορετικής προέλευσης αξίες. Ο σεβασμός έχει να κάνει με την αντιμετώπιση του άλλου στη βάση κυρίως μιας ιδιότητας ή ενός ρόλου και απορρέει από καθιερωμένους κανόνες κοινωνικής διαβίωσης: για παράδειγμα, σεβόμαστε τους δασκάλους μας, τους γονείς μας ή τους ηλικιωμένους, τους γείτονες ή τους προϊσταμένους μας. Από την άλλη, ανεκτικότητα σημαίνει προθυμία να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να σκέφτονται, να εκφράζονται και να δρουν ακόμη και με τρόπους οι οποίοι δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.

Ο σεβασμός ως αξία βρίσκεται εγγύτερα στον κόσμο του συντηρητισμού και της ευταξίας. Αποτελεί το είδος εκείνο της συμπεριφοράς που αντικατοπτρίζει αποδοχή παγιωμένων κοινωνικών ρόλων και σχέσεων. Από την άλλη, η ανεκτικότητα είναι μια φιλελεύθερη αξία που δείχνει την ικανότητά μας να συνυπάρχουμε με τους άλλους σε μια πλουραλιστική κοινωνία. Οπως σημειώνει ο πολιτικός επιστήμονας Α. Heywood, η φιλελεύθερη κοινωνική ηθική χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την αποδοχή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιβράβευση της ηθικής, πολιτισμικής και πολιτικής διαφορετικότητας.

Μια κοινωνία μπορεί να παρουσιάζει πλεόνασμα σεβασμού και έλλειμμα ανεκτικότητας ή το αντίστροφο. Καμιά χώρα όμως δεν μπορεί να πάει μακριά εάν έχει έλλειμμα και στις δύο αυτές αξίες. Κι εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Παραδοσιακά συντηρητική, η ελληνική κοινωνία ήταν ανέκαθεν ελλειμματική σε ανεκτικότητα. Ο άλλος, ως διαφορετικός, είτε ενέπνεε φόβο είτε περιφρόνηση και διακωμώδηση (οι ομοφυλόφιλοι και οι διάφορες πολιτισμικές, θρησκευτικές ή άλλες μειονότητες το έζησαν έντονα στο πετσί τους αυτό). Από την άλλη όμως, η αξία του σεβασμού ήταν ιδιαίτερα ψηλά μέσα στη μέση ελληνική οικογένεια: να μάθεις να σέβεσαι τους άλλους ήταν κάτι με το οποίο γαλουχήθηκαν γενιές ολόκληρες παιδιών ακόμη (ή συνήθως) και με τη μέθοδο της «ράβδου».

Η ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης υπονόμευσε τις καθιερωμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Ο ηλικιωμένος καθηγητής σου, για παράδειγμα, έπαψε να θεωρείται πηγή κοινωνικής αυθεντίας και αξιοσέβαστο πρόσωπο. Τώρα μπορείς να τον χλευάζεις δημόσια, να του χτίζεις το γραφείο ή να τον κρατάς όμηρο για ώρες. Αν χρειαστεί μπορείς και να τον χτυπήσεις (όχι πολύ, ίσα-ίσα για «συμμόρφωση»). Το ίδιο μπορείς να κάνεις και με τους αντιπροσώπους (που εσύ ψήφισες) στο Κοινοβούλιο ή οποιονδήποτε άλλο φορέα υποτιθέμενου κύρους ή εξουσίας. Η ατομική ή συλλογική επιδίωξη, το «έτσι θέλω» έγινε για πολλούς η μόνη νομιμοποιητική δύναμη (παρατηρήστε πώς συμπεριφέρονται πολλοί συνδικαλιστές). Η μεταπολίτευση έθεσε άλλες προτεραιότητες και η παλιά τάξη πραγμάτων έπρεπε να υποχωρήσει. Εξάλλου, όπως το είχε πει ο Α. Παπανδρέου: δεν υπάρχουν θεσμοί παρά μόνο ο λαός.

Ο σεβασμός ως αξία έχασε τη σημασία του, λοιπόν, αλλά μήπως γίναμε πιο ανεκτικοί; Κάθε άλλο. Καθετί διαφορετικό ως άποψη ή στάση ζωής προσλαμβάνεται ως απαράδεκτο και ως πρόκληση: Δείτε την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και θα το αντιληφθείτε γρήγορα: φωνές και ύβρεις, προσβολές κάθε είδους. Στο Κοινοβούλιο η κατάσταση είναι οικτρή. Μπορεί να σας φαίνεται παλιομοδίτικο (ίσως να φταίει ότι μεγαλώνω κιόλας), αλλά συγκινούμαι όταν ακούω αγορεύσεις παλιών κοινοβουλευτικών.

Μήπως όμως οι πολίτες μεταξύ τους συζητούν καλύτερα; Παρατηρήστε τους διαλόγους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η υπεραφθονία λεκτικής βίας με εκπλήσσει αρνητικά, με σοκάρει. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πόση πολλή ηδονή μπορεί να προσφέρει σε κάποιους η τάση να ξεφτιλίζουν και να υποβιβάζουν τον συνομιλητή τους και αυτόν που απλώς διαφωνεί μαζί τους. Ισως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιτυχίας του ιδιότυπου χιούμορ του Λαζόπουλου: στη χαρά που πολλοί παίρνουν όταν βλέπουν αυτούς που δεν συμφωνούν μαζί τους να ταπεινώνονται έστω και μέσω της σάτιρας (ή με πρόσχημα αυτήν).

Και ύστερα απορούμε για την ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής ή άλλων μορφών εξτρεμισμού. Στην πραγματικότητα, η λεκτική βία και η ισοπέδωση της διαφορετικής άποψης δεν είναι παρά ο προθάλαμος της σωματικής βίας και του αυταρχισμού. Οταν αποκαλείς τον άλλον δωσίλογο, πουλημένο, φασίστα, προδότη, γιατί απορείς στη συνέχεια αν κάποιοι θερμοκέφαλοι πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα;
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή