Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Μαθητές υπό την πίεση της βαθμοθηρίας και των γονέων

Ακραία, χωρίς αμφιβολία, η ενέργεια ενός δασκάλου δημοτικού να στείλει στους γονείς των μαθητών του επιστολή, εξηγώντας πως βαθμολόγησε τα παιδιά με άριστα, κατόπιν ισχυρών πιέσεων που του άσκησαν ορισμένοι εξ αυτών. Διευκρινίζοντας ότι η αξιολόγησή του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διατυπώνει την ευχή τα παιδιά να καταφέρουν στο μέλλον να κατακτήσουν τους ίδιους βαθμούς με την αληθινή τους αξία.
Η επιστολή κυκλοφόρησε πρόσφατα στο Διαδίκτυο, φέρνοντας τον εκπαιδευτικό σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση στο εργασιακό του περιβάλλον –απειλήθηκε ακόμη και με ΕΔΕ–, καθώς μία κίνηση καλοπροαίρετη, σύμφωνα με τον ίδιο, διέρρευσε χωρίς να το επιθυμεί, όταν μάλιστα ανάλογη πίεση δέχονται από τους γονείς εκπαιδευτικοί σε πολλά ελληνικά σχολεία.Τι αποτυπώνει αλήθεια μία τέτοια κίνηση; Αν και υπερβολική αυτή καθεαυτή ως αντίδραση, μήπως τελικά η βαθμοθηρία είναι βαθύτερα ριζωμένη στο DNA των γονέων – αλλά και των ίδιων των παιδιών;
«Ωχ! Πήρα 19 Γεωγραφία. Ποιος την ακούει τώρα τη μάνα μου που δεν έφερα 20!» μονολογεί ο 12χρονος Γιάννης επιστρέφοντας το μεσημέρι από το σχολείο. «Καλά εσύ πήρες 18, ο Γιώργος όμως σε πέρασε;», επιμένει να ανακρίνει κάθε φορά τον γιο της, μαθητή Α΄ Γυμνασίου, η κ. Κατερίνα. Η πραγματικότητα, κοινή σε μεγάλη μερίδα οικογενειών.
Από το Δημοτικό
«Το άγχος επίδοσης είναι πλέον ιδιαίτερα αισθητό. Η βαθμοθηρία ξεκινά νωρίς. Στις μικρότερες τάξεις εκδηλώνεται με την τελειομανία – να είναι το παιδί γραμμένο, τα τετράδια άψογα... Από την Ε΄ τάξη, κατά την οποία, από το Αριστα ή το Καλά η βαθμολογία γίνεται αριθμητική, ο στόχος των υψηλών επιδόσεων μπαίνει στο κάδρο. Στο Γυμνάσιο, το κυνήγι του βαθμού εντείνεται, ενώ πλέον στο Λύκειο εγκαθιδρύεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του εφήβου, που πελαγώνει, έχει εκρήξεις θυμού ή πανικού. Υποφέρει αλλά δεν ξέρει πώς αλλιώς να διαχειριστεί την κατάσταση, όντας εγκλωβισμένος σε μία «επένδυση στην τελειότητα». Και οι γονείς; Είναι διατεθειμένοι να τα παραβλέψουν όλα, αρκεί να έρθει η επιτυχία στις εξετάσεις. «Εντάξει, μία χρονιά είναι, θα πιεστεί λίγο...», αποτυπώνει την κατάσταση η κ. Αντζελα Ματσακά, σχολική ψυχολόγος. Τι εισπράττουν οι εκπαιδευτικοί από τους γονείς; «Το παιδί μου είναι πραγματικά ξεχωριστό. Απορώ πώς δεν το βλέπετε!», «Είναι το εξυπνότερο παιδί σε όλο το σχολείο!», «Καλό το 18, υπάρχει όμως και το 20...», «Είσαι ο καλύτερος κι απαιτείς από τον εαυτό σου μόνο το άριστα». «Ωραία, πήρε το παιδί μου 19. Ποιος είναι όμως ο μέσος όρος της τάξης;», μερικές από τις συνηθέστερες αντιδράσεις, σύμφωνα με την κ. Ιωάννα, φιλόλογο με πολυετή εμπειρία.
Ποιο είναι το «κρυμμένο μήνυμα» πίσω απ’ όλα αυτά κατά την ειδικό; «Συνήθως, αν και υπαρκτή η απαίτηση για υψηλούς βαθμούς, δεν εκφράζεται ρητά. Εκδηλώνεται με έντονο άγχος για τη μελέτη του παιδιού και πίεση, η οποία συχνά συνοδεύεται από λεκτική ή σωματική βία. Κι όταν έρχεται ο βαθμός, αν είναι καλός, διακρίνεις μία ικανοποίηση, σαν να ανήκει η επιβράβευση στον γονέα. Στην αντίθετη περίπτωση, οι γονείς αντιδρούν με “μούτρα”, δείχνουν την απογοήτευσή τους. Ο λόγος; Ευθύνεται κυρίως η απουσία ρεαλιστικών προσδοκιών σε σχέση με τις επιδόσεις των παιδιών. Οι γονείς δεν συνειδητοποιούν ότι το κάθε παιδί έχει τη δική του νοημοσύνη, ιδιοσυγκρασία και κλίσεις. Δεν μπορούν όλα να ανταποκριθούν ή χρειάζονται έναν εναλλακτικό τρόπο μάθησης».
Ενας φαύλος κύκλος
Και πώς λειτουργούν τα παιδιά κάτω από την πίεση της βαθμοθηρίας; Οπως εξηγεί η κ. Ματσακά, «παρουσιάζουν αγχώδεις εκδηλώσεις, τικ, τριχοτιλλομανία, χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δίνουν μεγάλη έμφαση στην καταναγκαστικότητα – όπως, “πρέπει να τα κάνω όλα τέλεια”. Απόρροια όλων αυτών, η πεσμένη διάθεση, το κλάμα, η δυσκολία συγκέντρωσης και προσαρμογής, ίσως και η άρνηση για το σχολείο. Βλέπεις μαθητές της Γ΄ Δημοτικού να λένε “δεν είμαι καλός”, “έκανα δύο λάθη, δεν αξίζω” – κυρίως τα πιο έξυπνα παιδιά με αυτογνωσία, έχουν μεγάλη πρόσβαση σε τέτοιες σκέψεις.
Η κατάσταση επιδεινώνεται στην εφηβεία, καθώς υπεισέρχεται έντονα ο ψυχολογικός παράγοντας, οι ορμονικές και ψυχοσεξουαλικές αλλαγές. Εκεί, το παιδί μπορεί να παρουσιάσει κατάθλιψη αλλά και απώλεια σχέσεων, να δυσκολεύεται δηλαδή να διατηρήσει φιλίες, να απομονωθεί ενώ παράλληλα, οι σχέσεις με τους γονείς γίνονται πολύ συγκρουσιακές. Αποτέλεσμα; Ενας φαύλος κύκλος - το άγχος επίδοσης επηρεάζει την απόδοση των παιδιών και το αντίστροφο». Ποιος ευθύνεται τελικά; Η ειδικός αποφαίνεται πως «το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας ενισχύει τη βαθμοθηρία. Οι γονείς έχουν προσαρμοστεί σ’ αυτό, οπότε οι δύο πλευρές αλληλοτροφοδοτούνται».
Εμφαση στη μελέτη αντί για το αποτέλεσμα
«Επειδή η βαθμοθηρία καλλιεργείται συνήθως από νωρίς, καλό είναι οι γονείς να αλλάξουν εγκαίρως τον τρόπο νοηματοδότησης της επίδοσης» συμβουλεύει η σχολική ψυχολόγος, κ. Αντζελα Ματσακά.
Τι σημαίνει ο βαθμός; Σύμφωνα με την ίδια, «δεν είναι παρά ένα μέσο για να ενισχυθεί η προσπάθεια του παιδιού. Δεν είναι αντανάκλαση της αξίας του, ούτε δείκτης της νοημοσύνης του, ενώ δεν εξασφαλίζει τη μελλοντική επιτυχία του στη ζωή. Αν το καταλάβει ο γονιός, θα το καταλάβει και το παιδί. Καλό είναι να δοθεί έμφαση στη διαδικασία της μελέτης αντί για το αποτέλεσμα, να αναδειχθεί η σημασία της γνώσης, προκειμένου να αποσυνδεθεί ο βαθμός από την “αξία” του μαθητή. Ειδικά στο δημοτικό, αυτό γίνεται πολύ εύκολα, συσχετίζοντας τις σχολικές γνώσεις με την καθημερινή ζωή, με μία λειτουργικότητα – π.χ. χρήση μαθηματικών στα ψώνια ή στο μαγείρεμα. Σημαντικό, επίσης, είναι να αμφισβητήσουμε όλη αυτή την “επένδυση στην τελειότητα”, παύοντας να επισημαίνουμε διαρκώς τα λάθη. Ο χαμηλός βαθμός δείχνει ότι “μάλλον κάτι δεν πήγε καλά” και από κάτι τρομακτικό ή απειλητικό, μετατρέπεται σε χρήσιμο μήνυμα που θα οδηγήσει στη βελτίωση. Και το πιο σημαντικό: να προσαρμόσουν οι γονείς τις προσδοκίες τους στις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού τους, να το βοηθήσουν να δει τις ικανότητες για να τις αξιοποιήσει αλλά και τις αδυναμίες του, ώστε να τις δουλέψει».
Αναδημοσίευση από το Alfavita

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Σε αναζήτηση νοήματος



​​Τα έργα στα οποία κυριαρχούν το σεξ και η βία πυκνώνουν τα τελευταία χρόνια. Και τα δύο θέματα αποτελούν αρχέγονα μοτίβα των τεχνών, ασχέτως αν προβάλλονται ελλειπτικά ή με ωμή αναπαράσταση των πράξεων. Στην αρχαία τραγωδία, η βία δεν εμφανίζεται στη σκηνή του θεάτρου και υπάρχει για να θυμίζει στους ανθρώπους τη σημασία της μετριοπάθειας. Καθώς η δυνατότητά τους να γνωρίζουν και να ελέγχουν το ριζικό τους περιορίζεται από την κοντόφθαλμη προοπτική των συμφερόντων που υπηρετούν, οι συνέπειες των πράξεών τους έχουν μεγαλύτερο χρονικό βάθος από τα πρόσκαιρα οφέλη που δρέπουν. Η μετριοπάθεια, ως φυσικό επακόλουθο της αυτογνωσίας, είναι το μεγάλο δίδαγμα της αρχαίας τραγωδίας, το οποίο λανθάνει σήμερα.

Αντίθετα με τον κόσμο της τραγωδίας, ο μεταμοντέρνος κόσμος είναι χωρίς έρμα. Η βία του είναι ανεξήγητη, και γι’ αυτό ανεξέλεγκτη. Η μεταμοντέρνα αντίληψη είναι ότι οι ανθρώπινες πράξεις έχουν αποκλειστικά υποκειμενικά ελατήρια, και γι’ αυτό οδηγούνται συνήθως από την ιδιοτέλεια και την αυτοϊκανοποίηση. Η αποβολή των κανονιστικών όρων από τη συμπεριφορά του μεταμοντέρνου ανθρώπου στις τέχνες καθιερώνει την άμεση ικανοποίηση ως ζητούμενο σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνίας. Η ανεξέλεγκτη βία έρχεται ως φυσικό επακόλουθο της αντίληψης αυτής.
Το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Κόρμακ Μακ Κάρθι «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» μεταφέρθηκε με αριστοτεχνικό τρόπο από τους αδελφούς Κοέν στην οθόνη με όλη την αγριότητα που χαρακτηρίζει τα έργα του Μακ Κάρθι. Αναρωτιέται όμως ο θεατής αν ο ανέκφραστος επαγγελματίας δολοφόνος (Μπαρδέμ), που εκτελεί μεθοδικά τα θύματά του χρησιμοποιώντας όπλο το οποίο λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα για να σκοτώνει αθόρυβα τα μεγάλα ζώα στα σφαγεία, είναι το μοναδικό μήνυμα της ταινίας. Σε ποια σκέψη μάς παραπέμπουν οι δημιουργοί οι οποίοι ασχολούνται εδώ με έναν απόλυτα περιθωριακό υπόκοσμο; Βέβαια, το περιθώριο εντυπωσιάζει τους άπραγους αστούς που η ζωή τους κυλάει χωρίς συγκλονιστικές εμπειρίες, ώστε το εικονικό σεξ και η βία να αφυπνίζουν για λίγο τη φαντασία τους.
Ομως η τέχνη πάσης μορφής εμπλέκεται σε τελευταία ανάλυση και με ζητήματα ηθικής και εκπαίδευσης. Ποια η σημασία τού να εκτίθεται ο θεατής σε αγριότητες χωρίς περιεχόμενο ή δίδαγμα; Ο εθισμός στη σκληρότητα της επαρχιακής πατριαρχίας οδηγεί τα παιδιά σε έναν μελλοντικό ολοκληρωτικό κόσμο. Ο προβληματισμός αυτός κάνει τη «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε μια τελείως διαφορετική εμπειρία από εκείνη του Κόρμακ Μακ Κάρθι.

Οι υπερπαραγωγές της ιστορικής φαντασίας, όπως η τριλογία του Τόλκιν ο «Αρχοντας των δαχτυλιδιών», προοριζόταν κάποτε για μεγάλους και παιδιά. Παρουσίαζε τα παιχνίδια εξουσίας σε κάποιον άγνωστο μεσαιωνικό χρόνο με τη γεωγραφία της «μέσης γης» και κατηγορίες ζωντανών όντων που δεν ήταν όλοι «άνθρωποι», αλλά μπορούσαν να συμπράξουν χωρίς να απαξιώνουν οι μεν τους δε. Η ισότητά τους δομείται στο δικαίωμα της ύπαρξης, και γι’ αυτήν αγωνίζονται κατά των δυνάμεων που θέλουν να τους καταργήσουν.

Η τηλεοπτική σειρά «Παιχνίδι των θρόνων» (Game of Thrones) είναι αυστηρώς ακατάλληλη για παιδιά αλλά και για ενήλικες. Πέρα από το σεξ, που παρουσιάζεται σε όλες τις πιθανές ποικιλίες και συνδυασμούς, υπάρχει και η ψυχολογική βία που ασκείται χωρίς αποχρώντα λόγο στους θεατές, ώστε να παρακολουθούν όλους τους καλούς ήρωες να σφαγιάζονται και τους κακούς να θριαμβεύουν (τουλάχιστον στην πρώτη σεζόν). Το παιχνίδι της εξουσίας είναι παλαιό θέμα στη λογοτεχνία, το παιχνίδι με τα συναισθήματα των θεατών είναι το σπορ των δημιουργών της σειράς, ώστε να συμπεραίνουμε ότι μόνο τα καθάρματα προορίζονται γι’ αυτό τον κόσμο γιατί αντιλαμβάνονται τους κανόνες του παιχνιδιού.

Οσοι ζήσαμε κάποτε τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι και παρακολουθήσαμε καρέ καρέ την ταινία μιας ερασιτεχνικής μηχανής που συνέλαβε τυχαία το φοβερό γεγονός καθώς συνέβαινε αναρωτηθήκαμε μήπως η τέχνη αντιγράφει απλώς μια ανεξήγητη πραγματικότητα με όλη της την ψυχρή αντικειμενικότητα. Ομως, η πραγματικότητα η οποία μας περιβάλλει δεν γράφεται από κάποιον επώνυμο ούτε είναι προϊόν μιας εσκεμμένης υπόθεσης εργασίας. Ασφαλώς, η ζωή προσφέρει την πρώτη ύλη για όλες τις δημιουργίες των ανθρώπων, αλλά είναι χαοτική και αποκρυπτογραφείται εν μέρει μόνο, από θετικούς επιστήμονες και φιλοσόφους, αφήνοντας τα πιο σημαντικά ερωτήματα στο σκοτάδι.

Δεν είναι υποχρεωτικό η μίμηση της ζωής από την τέχνη να έχει διδακτικά μηνύματα, εφόσον αποτελεί τίμιο καθρέπτη της εσωτερικής μας αλήθειας. Η φύση μπορεί να είναι αδυσώπητη, όμως οι άνθρωποι ζουν δίνοντας νόημα στις πράξεις τους. Ποια η έννοια της περιφρόνησης αυτής της πραγματικότητας από κάποιον δημιουργό; Η εικονική αγριότητα όταν δεν έχει αυτό το νόημα δεν προκαλεί κάθαρση στον θεατή, απλώς τον ταράζει. Το έσχατο όριο της τέχνης είναι να προσφέρει στον θεατή ένα κουβάρι για να το ξεμπερδέψει ο ίδιος.
* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Η Β΄ γυμνασίου παραπονιέται...

Κι αν είστε χωρισμένοι, που με ενοχλεί κάπως, δεν πειράζει, μου φτάνει που με αγαπάτε.

Θα ήθελα να έχουμε περισσότερο χρόνο, να τον περνάμε μαζί σαν οικογένεια.

…και προσπάθησα να σας ρωτήσω γι’αυτό το θέμα, συνέχεια έχετε δουλειά και δεν μπορείτε, μου λέτε να έρθω μετά και να σας το πω.

… οι συνεχείς καυγάδες που υπάρχουν ανάμεσα σε εμένα και την αδελφή μου, στους οποίους επεμβαίνετε και θα σας παρακαλούσα να τα «βρίσκουμε» μόνες μας και είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρουμε.

Θα ήθελα να σας παρακαλέσω να με αφήνετε να έρθω (από το σχολείο) καμιά φορά μόνη μου ή μαζί με τους φίλους μου για να μάθω πώς είναι «να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα».

Θέλω να σας μιλήσω για την πίεση και το άγχος που εισπράττω κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά με το σχολείο, ή όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα μεταξύ σας, όλο αυτό μου προκαλεί μια ψυχολογική πίεση.

Είστε πολύ καλοί γονείς που φροντίζουν, βοηθούν και συμπαραστέκονται στα παιδιά τους. Σας Ευχαριστώ!

Δεν περνάτε αρκετή ώρα μαζί μας, λόγω της δουλειάς σας, δεν συζητάτε μαζί μας και δεν ακούτε τα προβλήματά μας.

Ξεχνάτε πως κάποτε ήσασταν κι εσείς παιδιά και κάνατε κι εσείς λάθη και απερισκεψίες. Αφήστε μας λοιπόν να κάνουμε κι εμείς λάθη και να μάθουμε από αυτά.

Δεν με πειράζει που έχετε χωρίσει γιατί μιλάτε και είστε σαν φίλοι.

Αφήστε με λοιπόν κι εμένα να κάνω τα δικά μου λάθη για να μάθω από αυτά.

Μην ελέγχετε τα πάντα στη ζωή μου. Δείξτε μου λίγη εμπιστοσύνη. Μπορεί να εκπλαγείτε από τα πράγματα που θα μπορούσα να κάνω.

Πρέπει να μου λέτε την αλήθεια, όσο σκληρή και αν είναι.

Μερικές φορές πρέπει να με ακούτε και να μη με αποπαίρνετε.

Πολλές φορές όταν γυρνάς από τη δουλειά και είσαι κουρασμένη, έχεις πολύ κακή διάθεση και μας φωνάζεις με το παραμικρό.

Καταλαβαίνω τη διάθεση που έχεις να κάνουμε μαζί πράγματα και ειδικά προπονήσεις, αλλά όταν δεν τα πηγαίνω καλά, γίνεσαι πολύ σκληρός μαζί μου.

Παρόλα τα παράπονά μου, ξέρω ότι με αγαπάτε και σας αγαπάω και εγώ πολύ.

…θα μου άρεσε να μη με συγκρίνες με άλλα παιδιά.

… έχω την αίσθηση πως δεν είστε ευχαριστημένοι από την προσπάθειά μου. Αυτό το συμπεραίνω από τη δυσανασχέτησή σας και το κλασικό «αλλά» μετά από κάθε «μπράβο».

Θα σε παρακαλούσα η αξιολόγηση που μου κάνεις να έχει γενική εικόνα και όχι να έχει δώσει βάση σε ένα διαγώνισμα, στο οποίο δεν τα κατάφερα τόσο καλά όσο περίμενες.

Όταν κάνω κάτι που δεν είναι σωστό ή όταν τσακωνόμαστε για τον οποιοδήποτε λόγο σε παρακαλώ πολύ μη φωνάζεις! Δε λέω ότι δεν έχεις λόγο να μου φωνάζεις, αλλά σε παρακαλώ, αν είναι να με τιμωρήσεις να το κάνεις πιο ήσυχα.

Το μόνο μικρό παράπονο που έχω είναι ότι δεν ξοδεύουμε πολύ χρόνο μαζί τις καθημερινές γιατί δουλεύετε… Όμως δεν με πειράζει διότι    αυτόν τον χαμένο χρόνο τον αναπληρώνουμε τα σαββατοκύριακα, καθώς επίσης γνωρίζω ότι δουλεύετε για να μη μας λείψει τίποτα.

Επίσης μη δίνεις σημασία μόνο στο ότι έγραψα εννιά στη Φυσική γιατί έγραψα δεκαεννιά και μισό στα Μαθηματικά και δεκαοχτώ στα Θρησκευτικά.

Μην κατηγορείτε εμάς για ό,τι συμβαίνει σε σας.


…δεν με εμπιστεύεστε. Θεωρείτε, δηλαδή, ότι αν δε με ελέγξετε ή δε μου υπενθυμίσετε τι υποχρεώσεις έχω για το σχολείο, δε θα τα πάω καλά.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Χαμένοι στο διαδίκτυο

Αν παλαιότερα αυτό που ονειρευόταν ένας έφηβος με την είσοδό του στο πανεπιστήμιο ήταν η ελεύθερη φοιτητική ζωή, οι γνωριμίες, οι ερωτικές σχέσεις, τα πάρτι, σήμερα εκείνο που κυρίως προτιμά είναι τα ηλεκτρονικά gadgets και η ζωή στο Διαδίκτυο. Ερευνητές ζήτησαν από 1.200 Αμερικανούς φοιτητές να επιλέξουν αυτό που περισσότερο ποθούν, ανάμεσα σε 77 επιλογές. Δήλωσαν, λοιπόν, ότι αυτό που περισσότερο λαχταρούν είναι ένα συγκεκριμένο έξυπνο κινητό (η τελευταία εκδοχή του πούλησε σε δύο ημέρες τον περασμένο Σεπτέμβριο 10 εκατ. κομμάτια). Επειτα, θα ήθελαν να απολαύσουν έναν καφέ. Η τρίτη επιλογή τους ήταν να στείλουν ένα μήνυμα, η τέταρτη να μπουν στο facebook, η πέμπτη να αποκτήσουν μια ταμπλέτα της ίδιας εταιρείας (η πρώτη ανά τον κόσμο σε πωλήσεις – 50 έως 80 εκατ. κομμάτια ετησίως). Οι επόμενες δέκα επιλογές τους έχουν ως εξής. Να μπουν στο Instagram, να πιουν μια μπίρα, να επικοινωνήσουν με snapchat (αποστολή σε αυστηρά επιλεγμένους χρήστες φωτογραφίας ή βίντεο, που σε λίγα δευτερόλεπτα διαγράφεται), να κάνουν γυμναστική, να μπουν στο twitter, να ανοίξουν το laptop, να δουν τον κολλητό/ή τους, να βγουν για ένα ποτό, να παίξουν ποδόσφαιρο με την ομάδα της σχολής τους, να βγάλουν selfies.

Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας γίνεται πια μέσα από τη μικρή οθόνη. Τα σώματα έχουν βολευτεί στη σκυφτή στάση με το δάχτυλο στη συσκευή, μέσα από αυτήν γίνεται το βύθισμα στον παλμό των στιγμών, σε έναν ιστό από δεσμούς και αντιθέσεις, ποντίσματα και εξάρσεις, την ακατάπαυστη οφιοειδή κίνηση της ζωής.

Ο μέσος χρήστης έξυπνου κινητού το χρησιμοποιεί περισσότερες από 1.500 φορές την ημέρα ή επί 3 ώρες και 16 λεπτά, ενώ τα δύο τρίτα «μπαίνουν» να κάνουν μία από τις 221 διαφορετικές εργασίες που πραγματοποιούν από το κινητό χωρίς να το συνειδητοποιούν. Είναι ο σύντροφός μας (ο... εξανθρωπισμός της συσκευής αποτελεί την πιο βαθιά αλλαγή), το παιχνίδι, το φυλαχτό, το αποκούμπι, το «όπλο». Η επέκταση του κεντρικού νευρικού μας συστήματος, το alter ego, ο διασκεδαστής, η ασπίδα προστασίας σε ένα εχθρικό περιβάλλον, το ηρεμιστικό. Αμερικανική έρευνα έδειξε ότι μια σύντομη επικοινωνία μέσω κινητού συμβάλλει στην έκκριση ενδορφινών, των φυσικών χημικών ουσιών που ανακουφίζουν από το στρες.

Ετσι, γίνεται όλο και πιο σφιχτός ο εναγκαλισμός με μια τεχνολογία που καθιστά τα πάντα εύκολα. Πιο ευρεία η κοινωνικοποίηση χωρίς φυσική παρουσία. Πιο συχνή η παράδοση της προσωπικής ζωής, το μάρκετινγκ του εαυτού, στο αχανές Διαδίκτυο. Στο εδώ και στο παντού (όλοι οι τόποι είναι εδώ). Σε ένα παρόν διαρκώς μεταλλασσόμενο.

Το Ιντερνετ έφερε μια μετατόπιση από τους θεσμούς στα άτομα. Τα blogs κατήργησαν τη διάκριση παραγωγών-καταναλωτών πληροφοριών· σήμερα όλοι μπορούμε να είμαστε παραγωγοί. Στη μεγάλη δημοκρατία του Ιντερνετ κάθε χρήστης είναι εν δυνάμει ρεπόρτερ και σχολιαστής. Μεταδότης των δικών του και ξένων ιδεών. Το πρόβλημα είναι ότι η έκρηξη της διαδικτυακής επικοινωνίας και η αύξηση των μέσων δείχνουν να έχουν στρεβλώσει τη βασική αφετηρία (την αναζήτηση για θερμότερη συντροφιά, μεγαλύτερη ελευθερία, περισσότερη συμπαράσταση) και να έχουν εξαφανίσει τον τελικό προορισμό. Εχουμε χαθεί στη διάδραση...

Της Τασούλας Καραϊσκάκη, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Ο ιστός που μας κρατάει

Κάτι αλλάζει στη ζωή μας. Ενας καταιγισμός email από ομάδες βοήθειας φτάνουν καθημερινά στους υπολογιστές μας, όλο και πιο πυκνά, όλο και πιο οργανωμένα μετά το καλοκαίρι, με εντυπωσιακές δράσεις. Χιλιάδες πρέπει να είναι πλέον τα εθελοντικά δίκτυα, που προσφέρουν στήριγμα εκεί όπου η πολιτεία αποσύρει το δικό της λόγω λειψών κονδυλίων, νοοτροπίας, αγκυλώσεων, δημοσιοϋπαλληλικής αδιαφορίας, που διανέμουν αγαθά και υπηρεσίες, τα περισσότερα χωρίς ιδιοτελείς βλέψεις. Εισχωρούν στη σάρκα της κοινωνίας, ως αόρατος ιστός, κρατώντας την όσο γίνεται ορθή, συνεκτική. Δίκτυα άμεσης συνδρομής, παράκαμψης μεσαζόντων, νομικής υποστήριξης, ελεύθερου λογισμικού, ελεύθερων μετακινήσεων, τράπεζες χρόνου, συνεταιρισμοί ζωντανής οικονομίας, κοινωνικά ιατρεία, οικο-κοινότητες, πρωτοβουλίες διαχείρισης απορριμμάτων, παιδικά στέκια... Πολίτες παίρνουν σκούπα και φαράσι και καθαρίζουν τον δρόμο, το πάρκο της γειτονιάς, μαγειρεύουν για φτωχούς, προσφέρουν από τα περισσευούμενα, απασχολούν παιδιά εργαζόμενων γονέων, φροντίζουν ηλικιωμένους, απαλύνουν τον πόνο ανιάτων, επαγγελματίες περιθάλπουν ανασφάλιστους, εμβολιάζουν άπορα νήπια, χειρουργούν δωρεάν, μορφώνουν παιδιά κι ενήλικες, δίνουν παραστάσεις σε νοσοκομεία και ιδρύματα, απομακρύνουν από το χείλος του γκρεμού χρήστες ουσιών, προσφέρουν ευκαιρίες ζωής σε ερείπια του περιθωρίου, σβήνουν φωτιές, προστατεύουν οικοτόπους, αποκαλύπτουν κρυμμένα «αποστήματα», οργανώνουν ιδέες και τάσεις, θέτουν στην ημερήσια διάταξη καίρια θέματα περισσότερο απ’ ό,τι οι κυβερνήσεις, δημιουργούν αυτόνομες κοινότητες πολιτών, νέα πεδία δημόσιας έκφρασης...

Μια νέα αντίληψη πλάθεται μεταξύ νέων και ηλικιωμένων, αντρών και γυναικών που βαρέθηκαν να μαραζώνουν στο άγονο έδαφος των πολλαπλών διαψεύσεων και δρουν κινητοποιημένοι από την ανάγκη του άλλου ή την κοινή ανάγκη, ανασκάπτοντας παλιά κοινωνικά θεμέλια: ότι τίποτα δεν πετυχαίνουμε μόνοι, χωρίς τον διπλανό μας. Οτι το σύνολο είναι πάντα κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μελών που το απαρτίζουν. Οτι η από καρδιάς έμπρακτη προσφορά όχι μόνο βγάζει από το αδιέξοδο, αλλά και κάπως αμβλύνει τις ανισότητες, δίνει μια λύση στην ανεργία, περιορίζει την κρίση των δημόσιων συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Η προστιθέμενη αξία που παράγεται από τους εθελοντές διαμορφώνει ένα νέο εθνικό προϊόν.

Ομως, ο εθελοντισμός -που δεν έχει σχέση με τον οίκτο ή τη φιλανθρωπία αλλά με την ενεργό συμπαράσταση- δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει την κρατική λειτουργία. Ωστόσο, μπορεί ώς ένα βαθμό να την εξυγιάνει. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες η κοινωνία των διαθέσιμων πολιτών θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή των κυβερνήσεων.

Εάν καταφέρει να αφυπνίσει τον λειτουργό που κοιμάται στο βάθος ενός λειτουργού, να σφραγίσει τις δεξαμενές απατηλής διαφάνειας, να πείσει ότι οι αναλαμπές δεν είναι στιγμιαίες και ότι οι πτώσεις δεν είναι ο κανόνας που μας διέπει.

Εάν πετύχει να νικήσει τις δυσκολίες που γεννά το γεγονός ότι το χρήμα παραμένει ο σημαντικότερος γεννήτορας αξιών και τον πολιτισμό μας ρυθμίζει ο νόμος της αγοράς, που δεν επιτρέπει δομικές αλλαγές παρά μόνο μικρές «παρεκκλίσεις», συσσίτια, ελεημοσύνες, εθελοντικές εργασίες, ώστε να αποφορτίζονται οι πιέσεις και το κοχλάζον καζάνι να μη σκάει...

Της Τασούλας Καραϊσκάκη, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Μάρμαρα με ειδικές ανάγκες

Ο 19ος αιώνας, πριν ακόμη γεννήσει τα μεγάλα μυθιστορήματα του Ντίκενς, του Μπαλζάκ και του Ντοστογιέφσκι, έφτιαξε τις μεγάλες συλλογές των μουσείων. Η Ελλάδα υπήρξε από τους βασικούς τροφοδότες τους. Στη χαραυγή του αιώνα της βιομηχανικής επανάστασης και της γέννησης του σοσιαλισμού, το 1801, ο πρέσβης της Βρετανίας στη Μεγάλη Πύλη Τόμας Μπρους, γνωστός ως ο 7ος λόρδος του Eλγιν, επισκέφθηκε την Αθήνα όπου, δωροδοκώντας τις οθωμανικές αρχές, απέσπασε την άδεια να αφαιρέσει τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα. Είχε μαζί του μια ομάδα από τεχνίτες και καλλιτέχνες, των οποίων όμως η τεχνογνωσία δεν υπήρξε αρκετή για να αποφευχθούν καταστροφές κατά τη βίαιη αποκόλληση των γλυπτών μελών από το σώμα του αρχιτεκτονήματος. Για να καταλάβουμε τη νοοτροπία του Eλγιν ή όσων συνόδευαν τον Ναπολέοντα στην εκστρατεία της Αιγύπτου τα ίδια περίπου χρόνια (1798-99), φτάνει να ανατρέξουμε στην εμβληματική για τη σύλληψη των μεγάλων μουσείων άποψη του Βιβάν Ντενόν, του πρώτου διευθυντή του Λούβρου – την παραθέτω από μνήμης: «Τα μουσεία υπάρχουν για να αποδώσουν στα αριστουργήματα της τέχνης τη σημασία που ο φυσικός τους χώρος δεν αντιλαμβάνεται». Ο Αντρέ Μαλρώ, ο πρώτος υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, που στα νιάτα του έγινε διάσημος ως αρχαιοκάπηλος, όταν προσπάθησε να βγάλει λαθραία από την Καμπότζη γλυπτά της τέχνης των Χμερ, είχε αποκαλέσει την αποκοπή του έργου τέχνης από τον φυσικό του χώρο «ευτυχή ακρωτηριασμό». Η μεταμόρφωση των βυζαντινών εικόνων από λατρευτικά αντικείμενα σε αριστουργήματα της ζωγραφικής είναι ένας «ευτυχής ακρωτηριασμός». Κατά την ίδια λογική, η Αφροδίτη της Μήλου αναδεικνύεται ως αριστούργημα όταν συνυπάρχει στον ίδιο χώρο με την Τζοκόντα ή τη ζωγραφική του Μποτιτσέλι, ενώ στην είσοδο του υπέροχου θεάτρου της Μήλου, με θέα τον κόλπο, παραμένει ένα αρχαιολογικό εύρημα ανάμεσα στα άλλα. Λίγο ώς πολύ σ’ αυτές τις βασικές αρχές συνοψίζεται η λογική του Βρετανικού Μουσείου, αρχές που λειτούργησαν ως θεμέλια του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Βέβαια, μετά τον λόρδο Ελγιν τον Παρθενώνα επισκέφθηκε ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος και του αφιέρωσε το σατιρικό ποίημα «Η κατάρα της Αθηνάς» – όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται πως η μοιχεία που διέπραξε η σύζυγος του Ελγιν και το διαζύγιό του οφείλονταν στην εκδίκηση της Αφροδίτης για τη λεηλασία του Παρθενώνα. Τον επισκέφθηκε και ο Σατωμπριάν, και ο Ερνέστος Ρενάν, στο τέλος του αιώνα, ο οποίος και του αφιέρωσε την περίφημη «Προσευχή στην Ακρόπολη». Η Ελλάδα ήταν πια κράτος, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Λονδίνο και τα Γλυπτά στο Λούβρο λειτουργούσαν ως προπαγανδιστικός μηχανισμός για τις υποθέσεις της, ο Καβάφης όμως αφιέρωσε ένα κείμενο στο ζήτημα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα, και κάποιες φωνές ακούστηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζητώντας τα, απαιτώντας τα ή παρακαλώντας να τα επιστρέψουν, ώσπου η Μελίνα Μερκούρη να επισκεφθεί το Λονδίνο και να χύσει, ως τραγωδός, ένα δάκρυ μπροστά στις μετόπες και τις ζωφόρους του μνημείου, εκεί όπου μία πινακίδα πληροφορούσε τους επισκέπτες πως «The missing parts are still in Athens». Η Μελίνα βέβαια ήταν η μόνη υπουργός Πολιτισμού της χώρας μας της οποίας η επίσκεψη στο Λονδίνο αναφερόταν στην πρώτη σελίδα των Times, παρ’ όλ’ αυτά όμως τα υπόλοιπα κομμάτια που λείπουν από το Βρετανικό Μουσείο όχι μόνον εξακολουθούν, ευτυχώς, να βρίσκονται στην Αθήνα, αλλά φιλοξενούνται και στο ολοκαίνουργιο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης περιμένοντας και τα υπόλοιπα. Λίγο ώς πολύ σ’ αυτά τα βασικά συνοψίζεται ο αγώνας για την επιστροφή των Ελγινείων. Θεωρώ πως οι εθνικιστικές κορώνες που τον συνοδεύουν δεν έχουν περισσότερη σημασία από τις κραυγές των χουλιγκάνων για το αποτέλεσμα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.

Η Ευρώπη του 21ου αιώνα δεν είναι η Ευρώπη του 19ου και η μετανεωτερικότητα δεν έχει καμία σχέση με τη χαραυγή της νεωτερικότητας. Πριν από μερικά χρόνια, ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Νιλ Μακ Γκέγκορ, είχε δηλώσει στον «Γκάρντιαν» πως το σημαντικότερο έργο που φιλοξενεί στις συλλογές του είναι μια κατασκευή από τα όπλα του εμφυλίου πολέμου στη Μοζαμβίκη διότι μέσω αυτών μπορείς να πληροφορηθείς πολλά για την κατάσταση της αφρικανικής χώρας και του καιρού εκείνου. «Ενδιαφέρουσα τοποθέτηση» που θα λέγαμε και στο πάνελ, πλην όμως ουδεμία σχέση έχουσα με τη λογική που έχτισε τα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία. Το αριστούργημα δεν είναι αριστούργημα επειδή μεταφέρει πληροφορίες. Εχει μια αξία που υπερβαίνει τον χώρο και την εποχή που το γέννησε. Αρα όσα επιχειρήματα στηρίζονταν στη λογική που έχτισε τα μεγάλα μουσεία εκπίπτουν στο όνομα του μετανεωτερικού σχετικισμού. Η Ελλάδα θα μπορούσε να προβάλει ως βασικά αυτά ακριβώς τα επιχειρήματα που της στέρησαν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα έως σήμερα: εμείς εδώ μπορούμε να τα αναδείξουμε ως απόλυτες αξίες της ανθρώπινης δημιουργίας, αφού θα επανενταχθούν όχι στον φυσικό τους χώρο, αλλά στο αρχιτεκτονικό σύνολο ως μέλη του ιδίου οργανισμού.

Πριν από μερικές ημέρες, με τη δικομανία μας πιστέψαμε πως αν πάμε στα δικαστήρια θα κερδίσουμε την υπόθεση. Η κ. Κλούνεϊ μας προσγείωσε στην Unesco, σ’ έναν μάλλον αδύναμο οργανισμό. Είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτισμική υπόθεση. Δεν συγκρούονται τα εθνικά συμφέροντα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ομως, δυστυχώς, τα έχουμε καταφέρει ώστε κανείς να μην ακούει τους Ελληνες όταν μιλούν για ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Πορεία προς την ερωτική μύηση από τον Παπαδιαμάντη

(Η λίμπιντο, το  θαλάσσιον  άντρον και η προσκόλληση του πλάσματος επάνω του)

Παρότι στην εποχή του, αρχές του 20ου αι.,  τοΌνειρο στο κύμα  θεωρήθηκε κείμενο πρωτοποριακό και  σκανδαλιστικό αφού δίνεται η περιγραφή για πρώτη φορά ενός γυμνού γυναικείου σώματος, σήμερα το διήγημα τού Παπαδιαμάντηείναι μάλλον ξεπερασμένο όσον αφορά τις ερωτικές του σκηνές – για να μην πω ότι  προκαλεί ανία.
Αυτήν τη μοίρα έχουν τα παλιά κείμενα όταν οι κοινωνικές εξελίξεις και οι ραγδαίες αλλαγές των ηθών ακυρώνουν το σημείο αιχμής, το κύριο   συγκρουσιακό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η ιδέα και η οπτική του συγγραφέα τους. Σ’ αυτή την περίπτωση, το πάλαι ποτέ σκανδαλώδες παύει να προσλαμβάνεται από τον σύγχρονο αναγνώστη ως τέτοιο και το λογοτεχνικό οικοδόμημα φαίνεται, νοηματικά, αστήρικτο.
Τα ερωτικά διλήμματα λχ του νεαρού βοσκού στον Παπαδιαμάντη δεν λένε τίποτα στον σύγχρονο αναγνώστη – κυρίως τον έφηβο αναγνώστη-- τον ξεσκολισμένο από τα τηλεοπτικά του γεννοφάσκια μ’ αυτά τα θέματα. Ούτε καν μπορεί να γίνει κατανοητή η αιτία των τύψεων τού ήρωα για την ερωτική έλξη που ένιωσε.
Για ποιο τάχατες λόγο βασανίζεται ο αφηγητής; Και είναι αρκετή η μνήμη ενός ερωτικού σώματος, (ή η επιθυμία που άλλωστε δεν πραγματώθηκε ποτέ) να επιφέρει το υπερβολικό τίμημα της διά βίου οδύνης ; Το αίτιο δεν δικαιολογεί επ’ ουδενί τέτοιο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, υποσκάπτεται το «εικός και αναγκαίο» της λογοτεχνικής σύμβασης.  
                                                            *
Κι όμως, αν ανασηκώσει κανείς τη φλούδα στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό κείμενο, αν κοιτάξει περισσότερο υποψιασμένος τη γλωσσική διατύπωση, τις εικόνες, τους συμβολισμούς και τις αλληγορίες, θα ανακαλύψει εντυπωσιακές ερωτικές περιγραφές : εκστασιακές, καθότι υπαινικτικές. Κάτω από τον γλωσσικό μανδύα υπολανθάνει η ελκυστική αβεβαιότητα (είναι; δεν είναι;)  που κάνει ακόμα πιο έντονη την ερωτική περιγραφή.
Εντοπίζονται τέσσερεις τολμηρές, ερωτικές σκηνές που μπορούν να προκαλέσουν ποικιλοτρόπως το αισθητικό και διανοητικό ενδιαφέρον τού σύγχρονου αναγνώστη. Συμβάλλοντας, έτσι, στη διαφοροποίηση της τρέχουσας αντίληψης περί έρωτος – πράγμα που μπορεί να το καταφέρνει η σπουδαία/ αξιόλογη λογοτεχνία.

1 . Υπάρχει μια περιγραφή η οποία σέρνεται σε σχοινοτενείς περιόδους λόγου και το νόημά της μοιάζει τελικά να χάνεται. Είναι σ’ εκείνο το σημείο που ο έφηβος βοσκός κατεβάζει τα γίδια του στη θάλασσα «δια να αρμυρίσουν».
Και περιγράφει τον αιγιαλόν «ανάμεσα στους βράχους»· όπου «το κύμα [διεισδύον] εσχημάτιζε γλαφυρούς κόλπους και αγκαλίτσες» και «οι βράχοι αλλού εκυρτώνοντο [..] και αλλού εκοιλαίνοντο [..],  και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους, το νερό εισεχώρει μέσα στην ξηρά μορμορίζον, χορεύον με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς [..] που αναπηδά [..] και λαχταρεί να χορεύσει »Και ο ήρωας συνεχίζει «είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την ελιμπίστηκα, κι  ελαχτάρησα να πέσω [μέσα της] και να κολυμβήσω»…
Δεν θα ήταν έξω από τα ειωθότα και τα δεδομένα του Συμβολισμού να δει κανείς την ανωτέρω φυσική περιγραφή σαν μια αλληγορία, μια παραλληλία εικόνων που παραπέμπουν συνειρμικά στην κίνηση των ανθρώπινων σωμάτων.
Με γλωσσικά μέσα την υποβλητική έκφραση, τη μουσική χρήση της γλώσσας, συνδηλώσεις, μεταφορές και παρομοιώσεις, όλα στοιχεία του Ρομαντισμού και του Συμβολισμού που εκείνο τον καιρό βρισκότανε στο φόρτε του, ( το διήγημα δημοσιεύθηκε το 1900), θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα πρώτο -- εντελώς ανώδυνο —προανάκρουσμα της ερωτικής πράξης. (1)   
Θαρρώ ότι σ’ αυτό το χωρίο περιγράφεται εσκεμμένα η ερωτική λειτουργία, η προσέγγιση και η έλξη δύο ‘ζωντανών’ οργανισμών, η διείσδυση του νερού στις εσοχές της ξηράς-- σαν να επρόκειτο για καμπυλότητες γυναικείου σώματος, στήθη και δαιδαλώδεις κοιλότητες, ερωτικούς ψιθυρισμούς και κινήσεις χορευτικές τού κορμιού. Που ωστόσο επεκτείνεται στην εσώτερη λαχτάρα, στο ερωτικό σκίρτημα και την έλξη των σωμάτων. Με κορύφωση την άμεση αναφορά στην δική του  «libido»  που υποβάλλεται ευθέως με τη χρήση του ρήματος  ελιμπίστηκα· τη δική του λαχτάρα να πέσει μέσα της και να κολυμπήσει.
Αν, λέω,  καταφέρει κανείς να ερμηνεύσει το απόσπασμα με αυτή την οπτική, ως συμβολική μετάθεση της ερωτικής πράξης, τότε το κείμενο απογειώνεται και κεντρίζει το ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη.  (Είπα «αν καταφέρει» γιατί η γλωσσική ερμηνεία απαιτείται να υπηρετήσει το ήθος του Παπαδιαμαντικού λόγου,  κι αυτό δεν είναι ούτε αυτονόητο ούτε εύκολο).  
Πάντως, ως εδώ, συντελείται η πρώτη φάση μιας μύησης: Τα εξωτερικά ερεθίσματα, ο χώρος, η πρόκληση, όλα τα στοιχεία που προοιωνίζονται εξελίξεις στο πεδίο του έρωτα, ανελκύονται προσεκτικά από  τον χώρο της Φύσης και εναποτίθενται στο χώρο ενός υποσυνειδήτου. Δεν μπορεί να γνωρίζει ο αναγνώστης τι υπολανθάνει ακριβώς, αλλά υποψιάζεται ότι το περιβάλλον «σημαίνει» και το αισθάνεται ότι η δυναμική του χώρου «δηλοί», δεν είναι κενά περιγραφική.
 
2. Οι υποψίες τού αναγνώστη επιτείνονται λίγες γραμμές πιο κάτω. Όταν αρχίζει να έρχεται, σχεδόν, το σούρουπο. Το σκοτάδι, το πέπλο της νύχτας καλύπτοντας ντροπές κι εφηβικές αναστολές, αποτελεί τον καταλληλότερο χρόνο για τη μύηση στον έρωτα. Η αλουργίδα του δύοντος ηλίου μοιάζει με χαλί οπού πάνω του θα περπατήσει σε λίγο ο μυούμενος έφηβος.
Ακολουθεί η αποκαλυπτική περιγραφή του άντρου. Όπου,  συμβολικά, θα επισυμβεί, θαρρείς, η τελετουργική μύηση του έφηβου στα κρεβάτια του έρωτα.  Στρωμένα με κοχύλια και αρώματα και διεγερτικούς καλλωπισμούς από  Νύφες και θαλάσσιες θεότητες, μοιάζει με τόπο ενός παγανιστικού ηδονισμού. Ένα νοητό μονοπάτι που έφτανε όλως τυχαίως (;) ως την πόρτα της καλής του θα τον οδηγήσει στο άντρο του έρωτά του· (η έκπτωση, η αμαρτία  της χριστιανικής αντίληψης μπορούν προς το παρόν να περιμένουν) :
«Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον [..] έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ηλίου , που είχε βασιλέψει[..]. Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος [..] ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάνα του, δια να καθίση να δειπνήση .
Δεξιάν [..] εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένο με κρυσταλλοειδή κοχύλια  και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι [..]»  
Οι εντυπώσεις που σχηματίζονται στον αναγνώστη, η περιγραφή της οπτικής   εμπειρίας είναι τόσο ισχυρή και έντονη που είναι αδύνατον να μην αναχθεί ο νους σε μιαν αντίστοιχη ερωτική πραγματικότητα. (2) και (3).
Εξάλλου, ο καθαρεύων λόγος της περιγραφής – σχεδόν εκκλησιαστικός--  αλλά κυρίως το σκηνικό του (θαλάσσιου) άντρου,  παραπέμποντας σε μυθολογικά στοιχεία υποβάλλουν την ιδέα ενός χώρου ιερατικού σάμπως να μπαίνει κανείς στο κατώφλι μιας εκκλησιάς.Το ‘βέβηλο’ εξαγιώνεται, το ανίερο γίνεται ξάφνου ιερό και το αισθητικό συνταιριάζεται με το αισθησιακό.    
Ίσως, ό, τι δεν μπόρεσε να πει ο Παπαδιαμάντης εξαιτίας των  συντηρητικών ηθών της εποχής, το δίνει με λόγο αλληγορικό. Και η περιγραφή αποκαλύπτει το κρύφιο νόημά της αλλά και τη λειτουργικότητά της στο λογοτεχνικό λόγο.

3. «Ώσπου, τελικά, «επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου και έπεσα εις την θάλασσαν[..]. Ησθανόμην γλύκαν,  μαγείαν άφατον,  εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην εν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους […]. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω[..] δεν θα εχόρταινα ποτέ[..]»  
Η γύμνωση, οι εντυπώσεις από τη εμπειρία του ‘ερωτικού βιώματος’,  από τη ένωση, τη διείσδυση και καταβύθιση στο υγρό στοιχείο, το αλμυρό και το δροσώδες,καταγράφονται με δέος. Χρησιμοποιούνται δύο ρήματα δηλωτικά της βαθιάς αίσθησης καθώς και της αποτύπωσης του γεγονότος, δια παντός, στη φαντασία τού αφηγητή :  α) ησθανόμην ( που συμπληρώνεται από δύο αντικείμενα δηλωτικά της ερωτικής απόλαυσης :μαγεία άφατον – γλύκαν),   και β)  εφανταζόμην(συμπληρώνεται με δύο παρομοιαστικές ταυτίσεις : ως να ήμην έν.. - ως να μετείχον της φύσεως αυτού).
Όλες οι λέξεις που αναφέρονται στο υγρό στοιχείο, η υφή και οι γεύσεις της θάλασσας «της υγράς,  αλμυράς  και δροσώδους» είναι ταυτόσημες με τους χυμούς και τον κόλπον του γυναικείου σώματος. Η δε αίσθηση της ένωσης του ήρωα με το υγρό στοιχείο ανταποκρίνεται πλήρως στην αντίστοιχη αίσθηση που αποκομίζουν δυο κορμιά εξημμένα από το ερωτικό τους πάθος αλλά και την ψυχική τους ένωση.     
Ο λόγος του Παπαδιαμάντη, ειρήσθω εν παρόδω,  ακούγεται κατασταλαγμένος. Ένα είδος ομολογίας από αφηγητή απομακρυσμένο πλέον από το γεγονός εκείνο. Αλλά με αφομοιωμένη γνώση και συνείδηση που φαίνεται ότι επέφερε την ολοκλήρωσή του. Όπως κι αν ερμηνεύεται αυτό.
Μια συμπαντική, θαρρείς, αίσθηση – που σέρνεται με αργούς ρυθμούς των τριών ασύνδετων σχημάτων τού αποσπάσματος, αλλεπάλληλων, σε μια έκταση  τεσσάρων τυπογραφικών γραμμών – αντανακλά αφενός μεν την αντίληψη του συγγραφέα περί Φύσεως και αφ’ ετέρου τη γνωστή στο εκκλησιαστικό μυστήριο του γάμου ρήση για την ένωση των δύο σωμάτων σε σάρκα μία.

4. «[..] εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον. Καθώς την είχα περιβάλλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ…»
Η στιγμή της διάσωσης είναι θαυμαστά μελετημένη: ως προς τη χρήση της γλώσσας και τον λογικό  μηχανισμό που τη διέπει, αλλά και ως προς  την κειμενική στρατηγική που ακολουθείται.
Ολόκληρο το είναι του ήρωα—και μαζί η αγωνία του αναγνώστη—εστιάζεται στην σωτηρία της κόρης. Και μόνο μια υποδόρια, εντελώς φευγαλέα και σχεδόν ασύνειδη αίσθηση επαφής αφήνεται στον αναγνώστη με την ‘χλιαράν —πλην ασθενή--- πνοή εις την παρειάν του’. Μιλώ για κάποιο ψυχανέμισμα (ούτε καν υποψία) τού αναγνώστη. Δεν θα μπορούσε, ίσως, να διανοηθεί κανείς ότι σε μια τόσο δραματική στιγμή, ο νεαρός βοσκός θα είχε ιδιοτελείς βλέψεις. Η σωτηρία της κόρης δεν αφήνει κανένα περιθώριο για άλλες σκέψεις.  
Όμως υποβάλλεται εσκεμμένα η ιδέα ‘της ζεστής ανάσας στην παρειά του έφηβου’. Την οποία βεβαίως καταγράφει προκειμένου να την αντικρούσει αμέσως παρακάτω ‘σε περίπτωση που κατηγορηθεί από κακόβουλους’.
Κι όταν έχει διασφαλίσει την βεβαιότητα τού αναγνώστη του, (την εδραιώνει με τη χρήση των λέξεων : δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα.. /  την ετίναξα δια να δυνηθή να  αναπνεύση.. ) χρησιμοποιεί εκ του ασφαλούς πλέον τη  διφορούμενη και πάλι αλλά τολμηρή διατύπωση:
«Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου». Θα ήταν αδύνατον να διατυπωθεί έτσι το γεγονός της σωτηρίας,  αν δεν είχαν ήδη προηγηθεί οι εξισορροπιστικές φράσεις που αποτρέπουν τον αναγνώστη να σκεφτεί οτιδήποτε μεμπτόν. 
Είναι τόσο έντονα δηλωτική αυτή η προσκόλληση του πλάσματος επάνω του, -- ο παρατατικός ‘προσεκολλάτο’ μάλιστα παρατείνει τη διάρκεια του χρόνου καθιστώντας την προσκόλληση όχι στιγμιαία αλλά ως έχουσα ολόκληρη πορεία ζωής από τούδε και στο εξής-- ώστε σπεύδει και πάλι να απαλύνει τις υποψίες. Κι αυτή τη φορά το διατυπώνει καθαρά ( κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου) .
Προκειμένου δε να απομακρυνθεί εντελώς η σκέψη του αναγνώστη από οτιδήποτε άπτεται της ερωτικής επιθυμίας, εμπλέκει – παραδόξως, νομίζω και μάλλον αμήχανα -- τα περί  χρηματικής αμοιβής ( Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν’). Ωστόσο, η εικόνα ενός πλάσματος που προσκολλάται επάνω του έχει μείνει χαραγμένη στον νου τού αφηγητή, κι έχει καταγραφεί στη συνείδηση του αναγνώστη.

                                                            *
Τελειώνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ξανά τη γενική παρατήρηση ότι αν αποσπασθεί ο αναγνώστης από την εικόνα του νερού και της θάλασσας, θα καταφέρει να συγκροτήσει το σκηνικό της (πρώτης, ίσως) ερωτικής εμπειρίας του ήρωα. Θα ανιχνεύσει τη λαχτάρα τού έφηβου, τον λυσιμελή του πόθο. Κι ακόμα, όλες τις ερωτικές εικόνες που τον τρέφουν, αλλά κι αυτές που εστιάζει πάνω τους· την αγωνία της σωματικής απόλαυσης, τη γνώση του έρωτα.
Η συγκεκριμένη αλληγορία φέρνει στο προσκήνιο την προσδοκία ενός σώματος που δονείται από  την ερωτική απόλαυση ο δε νους καθηλώνεται ( και τώρα και για πάντα) στο τορνευτό κορμί της ερωμένης.    
Μέσα απ’ το λόγο αναδύεται η ένταση τής ένωσης, ιχνηλατείται η γλυκύτητα και υπολανθάνει η εναγώνια επιθυμία ενός έφηβου –σχεδόν παιδιού -- να διοχετεύσει τη σεξουαλική του ορμή, να πραγματώσει τον ερωτικό του εαυτό, να απελευθερώσει τις ζωικές και ψυχικές του δυνάμεις.
Μπορεί να δει ο αναγνώστης τον κυματισμό της θάλασσας και τον χορό  των σωμάτων, ένα κορμί νεανικό που πλαντάζει όπως τα κύματα της, ένα σώμα που βυθίζεται ολόκληρο εντός της. Τον πόθο  και τον πυρετό του. Την καθαρότητα της φλόγας και την ένταση του καύματος απ’ το οποίο πυρπολείται. (Η αμηχανία τού  αγοριού είναι ένα άλλο, τεράστιο κεφάλαιο, ηθικής και αισθητικής σημασίας που θα μπορούσε να κάνει κανείς ολόκληρη διατριβή).  
Πρόκειται, θαρρείς, για μια μέθεξη σε κάτι υπερβατικό. Που ωστόσο είναι ιερό μαζί γι’ αυτόν και βέβηλο. Εξού και η αμφιθυμία των αισθημάτων του, τώρα και αργότερα.
 Άραγε είναι δυνατόν να προσεγγίσει κανείς αυτήν τη διάσταση της παπαδιαμαντικής ερωτικής ζωής; Μάλλον όχι. Πολύ περισσότερο, ο σημερινός άνθρωπος  – ο ψυχικά αποξηραμένος. Γι’ αυτόν ο έρωτας είναι εξουσία, επιβολή πάνω στον άλλον, προβολή της δύναμης. 
Το Όνειρο στο κύμα όμως δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει κανείς για τη χαμένη αυτή  ποιητική οπτική τού (σωματικού εννοώ κι όχι κανενός παλτωνικού) έρωτα. Οι τολμηρές αλληγορίες του Παπαδιαμάντη μπορούν να δώσουνε το έναυσμα.
Του Κώστα Λογαρά, αναδημοσίευση από το tvxs.gr