Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ο ιστός που μας κρατάει

Κάτι αλλάζει στη ζωή μας. Ενας καταιγισμός email από ομάδες βοήθειας φτάνουν καθημερινά στους υπολογιστές μας, όλο και πιο πυκνά, όλο και πιο οργανωμένα μετά το καλοκαίρι, με εντυπωσιακές δράσεις. Χιλιάδες πρέπει να είναι πλέον τα εθελοντικά δίκτυα, που προσφέρουν στήριγμα εκεί όπου η πολιτεία αποσύρει το δικό της λόγω λειψών κονδυλίων, νοοτροπίας, αγκυλώσεων, δημοσιοϋπαλληλικής αδιαφορίας, που διανέμουν αγαθά και υπηρεσίες, τα περισσότερα χωρίς ιδιοτελείς βλέψεις. Εισχωρούν στη σάρκα της κοινωνίας, ως αόρατος ιστός, κρατώντας την όσο γίνεται ορθή, συνεκτική. Δίκτυα άμεσης συνδρομής, παράκαμψης μεσαζόντων, νομικής υποστήριξης, ελεύθερου λογισμικού, ελεύθερων μετακινήσεων, τράπεζες χρόνου, συνεταιρισμοί ζωντανής οικονομίας, κοινωνικά ιατρεία, οικο-κοινότητες, πρωτοβουλίες διαχείρισης απορριμμάτων, παιδικά στέκια... Πολίτες παίρνουν σκούπα και φαράσι και καθαρίζουν τον δρόμο, το πάρκο της γειτονιάς, μαγειρεύουν για φτωχούς, προσφέρουν από τα περισσευούμενα, απασχολούν παιδιά εργαζόμενων γονέων, φροντίζουν ηλικιωμένους, απαλύνουν τον πόνο ανιάτων, επαγγελματίες περιθάλπουν ανασφάλιστους, εμβολιάζουν άπορα νήπια, χειρουργούν δωρεάν, μορφώνουν παιδιά κι ενήλικες, δίνουν παραστάσεις σε νοσοκομεία και ιδρύματα, απομακρύνουν από το χείλος του γκρεμού χρήστες ουσιών, προσφέρουν ευκαιρίες ζωής σε ερείπια του περιθωρίου, σβήνουν φωτιές, προστατεύουν οικοτόπους, αποκαλύπτουν κρυμμένα «αποστήματα», οργανώνουν ιδέες και τάσεις, θέτουν στην ημερήσια διάταξη καίρια θέματα περισσότερο απ’ ό,τι οι κυβερνήσεις, δημιουργούν αυτόνομες κοινότητες πολιτών, νέα πεδία δημόσιας έκφρασης...

Μια νέα αντίληψη πλάθεται μεταξύ νέων και ηλικιωμένων, αντρών και γυναικών που βαρέθηκαν να μαραζώνουν στο άγονο έδαφος των πολλαπλών διαψεύσεων και δρουν κινητοποιημένοι από την ανάγκη του άλλου ή την κοινή ανάγκη, ανασκάπτοντας παλιά κοινωνικά θεμέλια: ότι τίποτα δεν πετυχαίνουμε μόνοι, χωρίς τον διπλανό μας. Οτι το σύνολο είναι πάντα κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μελών που το απαρτίζουν. Οτι η από καρδιάς έμπρακτη προσφορά όχι μόνο βγάζει από το αδιέξοδο, αλλά και κάπως αμβλύνει τις ανισότητες, δίνει μια λύση στην ανεργία, περιορίζει την κρίση των δημόσιων συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Η προστιθέμενη αξία που παράγεται από τους εθελοντές διαμορφώνει ένα νέο εθνικό προϊόν.

Ομως, ο εθελοντισμός -που δεν έχει σχέση με τον οίκτο ή τη φιλανθρωπία αλλά με την ενεργό συμπαράσταση- δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει την κρατική λειτουργία. Ωστόσο, μπορεί ώς ένα βαθμό να την εξυγιάνει. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες η κοινωνία των διαθέσιμων πολιτών θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή των κυβερνήσεων.

Εάν καταφέρει να αφυπνίσει τον λειτουργό που κοιμάται στο βάθος ενός λειτουργού, να σφραγίσει τις δεξαμενές απατηλής διαφάνειας, να πείσει ότι οι αναλαμπές δεν είναι στιγμιαίες και ότι οι πτώσεις δεν είναι ο κανόνας που μας διέπει.

Εάν πετύχει να νικήσει τις δυσκολίες που γεννά το γεγονός ότι το χρήμα παραμένει ο σημαντικότερος γεννήτορας αξιών και τον πολιτισμό μας ρυθμίζει ο νόμος της αγοράς, που δεν επιτρέπει δομικές αλλαγές παρά μόνο μικρές «παρεκκλίσεις», συσσίτια, ελεημοσύνες, εθελοντικές εργασίες, ώστε να αποφορτίζονται οι πιέσεις και το κοχλάζον καζάνι να μη σκάει...

Της Τασούλας Καραϊσκάκη, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Μάρμαρα με ειδικές ανάγκες

Ο 19ος αιώνας, πριν ακόμη γεννήσει τα μεγάλα μυθιστορήματα του Ντίκενς, του Μπαλζάκ και του Ντοστογιέφσκι, έφτιαξε τις μεγάλες συλλογές των μουσείων. Η Ελλάδα υπήρξε από τους βασικούς τροφοδότες τους. Στη χαραυγή του αιώνα της βιομηχανικής επανάστασης και της γέννησης του σοσιαλισμού, το 1801, ο πρέσβης της Βρετανίας στη Μεγάλη Πύλη Τόμας Μπρους, γνωστός ως ο 7ος λόρδος του Eλγιν, επισκέφθηκε την Αθήνα όπου, δωροδοκώντας τις οθωμανικές αρχές, απέσπασε την άδεια να αφαιρέσει τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα. Είχε μαζί του μια ομάδα από τεχνίτες και καλλιτέχνες, των οποίων όμως η τεχνογνωσία δεν υπήρξε αρκετή για να αποφευχθούν καταστροφές κατά τη βίαιη αποκόλληση των γλυπτών μελών από το σώμα του αρχιτεκτονήματος. Για να καταλάβουμε τη νοοτροπία του Eλγιν ή όσων συνόδευαν τον Ναπολέοντα στην εκστρατεία της Αιγύπτου τα ίδια περίπου χρόνια (1798-99), φτάνει να ανατρέξουμε στην εμβληματική για τη σύλληψη των μεγάλων μουσείων άποψη του Βιβάν Ντενόν, του πρώτου διευθυντή του Λούβρου – την παραθέτω από μνήμης: «Τα μουσεία υπάρχουν για να αποδώσουν στα αριστουργήματα της τέχνης τη σημασία που ο φυσικός τους χώρος δεν αντιλαμβάνεται». Ο Αντρέ Μαλρώ, ο πρώτος υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, που στα νιάτα του έγινε διάσημος ως αρχαιοκάπηλος, όταν προσπάθησε να βγάλει λαθραία από την Καμπότζη γλυπτά της τέχνης των Χμερ, είχε αποκαλέσει την αποκοπή του έργου τέχνης από τον φυσικό του χώρο «ευτυχή ακρωτηριασμό». Η μεταμόρφωση των βυζαντινών εικόνων από λατρευτικά αντικείμενα σε αριστουργήματα της ζωγραφικής είναι ένας «ευτυχής ακρωτηριασμός». Κατά την ίδια λογική, η Αφροδίτη της Μήλου αναδεικνύεται ως αριστούργημα όταν συνυπάρχει στον ίδιο χώρο με την Τζοκόντα ή τη ζωγραφική του Μποτιτσέλι, ενώ στην είσοδο του υπέροχου θεάτρου της Μήλου, με θέα τον κόλπο, παραμένει ένα αρχαιολογικό εύρημα ανάμεσα στα άλλα. Λίγο ώς πολύ σ’ αυτές τις βασικές αρχές συνοψίζεται η λογική του Βρετανικού Μουσείου, αρχές που λειτούργησαν ως θεμέλια του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Βέβαια, μετά τον λόρδο Ελγιν τον Παρθενώνα επισκέφθηκε ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος και του αφιέρωσε το σατιρικό ποίημα «Η κατάρα της Αθηνάς» – όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται πως η μοιχεία που διέπραξε η σύζυγος του Ελγιν και το διαζύγιό του οφείλονταν στην εκδίκηση της Αφροδίτης για τη λεηλασία του Παρθενώνα. Τον επισκέφθηκε και ο Σατωμπριάν, και ο Ερνέστος Ρενάν, στο τέλος του αιώνα, ο οποίος και του αφιέρωσε την περίφημη «Προσευχή στην Ακρόπολη». Η Ελλάδα ήταν πια κράτος, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Λονδίνο και τα Γλυπτά στο Λούβρο λειτουργούσαν ως προπαγανδιστικός μηχανισμός για τις υποθέσεις της, ο Καβάφης όμως αφιέρωσε ένα κείμενο στο ζήτημα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα, και κάποιες φωνές ακούστηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζητώντας τα, απαιτώντας τα ή παρακαλώντας να τα επιστρέψουν, ώσπου η Μελίνα Μερκούρη να επισκεφθεί το Λονδίνο και να χύσει, ως τραγωδός, ένα δάκρυ μπροστά στις μετόπες και τις ζωφόρους του μνημείου, εκεί όπου μία πινακίδα πληροφορούσε τους επισκέπτες πως «The missing parts are still in Athens». Η Μελίνα βέβαια ήταν η μόνη υπουργός Πολιτισμού της χώρας μας της οποίας η επίσκεψη στο Λονδίνο αναφερόταν στην πρώτη σελίδα των Times, παρ’ όλ’ αυτά όμως τα υπόλοιπα κομμάτια που λείπουν από το Βρετανικό Μουσείο όχι μόνον εξακολουθούν, ευτυχώς, να βρίσκονται στην Αθήνα, αλλά φιλοξενούνται και στο ολοκαίνουργιο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης περιμένοντας και τα υπόλοιπα. Λίγο ώς πολύ σ’ αυτά τα βασικά συνοψίζεται ο αγώνας για την επιστροφή των Ελγινείων. Θεωρώ πως οι εθνικιστικές κορώνες που τον συνοδεύουν δεν έχουν περισσότερη σημασία από τις κραυγές των χουλιγκάνων για το αποτέλεσμα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.

Η Ευρώπη του 21ου αιώνα δεν είναι η Ευρώπη του 19ου και η μετανεωτερικότητα δεν έχει καμία σχέση με τη χαραυγή της νεωτερικότητας. Πριν από μερικά χρόνια, ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Νιλ Μακ Γκέγκορ, είχε δηλώσει στον «Γκάρντιαν» πως το σημαντικότερο έργο που φιλοξενεί στις συλλογές του είναι μια κατασκευή από τα όπλα του εμφυλίου πολέμου στη Μοζαμβίκη διότι μέσω αυτών μπορείς να πληροφορηθείς πολλά για την κατάσταση της αφρικανικής χώρας και του καιρού εκείνου. «Ενδιαφέρουσα τοποθέτηση» που θα λέγαμε και στο πάνελ, πλην όμως ουδεμία σχέση έχουσα με τη λογική που έχτισε τα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία. Το αριστούργημα δεν είναι αριστούργημα επειδή μεταφέρει πληροφορίες. Εχει μια αξία που υπερβαίνει τον χώρο και την εποχή που το γέννησε. Αρα όσα επιχειρήματα στηρίζονταν στη λογική που έχτισε τα μεγάλα μουσεία εκπίπτουν στο όνομα του μετανεωτερικού σχετικισμού. Η Ελλάδα θα μπορούσε να προβάλει ως βασικά αυτά ακριβώς τα επιχειρήματα που της στέρησαν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα έως σήμερα: εμείς εδώ μπορούμε να τα αναδείξουμε ως απόλυτες αξίες της ανθρώπινης δημιουργίας, αφού θα επανενταχθούν όχι στον φυσικό τους χώρο, αλλά στο αρχιτεκτονικό σύνολο ως μέλη του ιδίου οργανισμού.

Πριν από μερικές ημέρες, με τη δικομανία μας πιστέψαμε πως αν πάμε στα δικαστήρια θα κερδίσουμε την υπόθεση. Η κ. Κλούνεϊ μας προσγείωσε στην Unesco, σ’ έναν μάλλον αδύναμο οργανισμό. Είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτισμική υπόθεση. Δεν συγκρούονται τα εθνικά συμφέροντα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ομως, δυστυχώς, τα έχουμε καταφέρει ώστε κανείς να μην ακούει τους Ελληνες όταν μιλούν για ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Πορεία προς την ερωτική μύηση από τον Παπαδιαμάντη

(Η λίμπιντο, το  θαλάσσιον  άντρον και η προσκόλληση του πλάσματος επάνω του)

Παρότι στην εποχή του, αρχές του 20ου αι.,  τοΌνειρο στο κύμα  θεωρήθηκε κείμενο πρωτοποριακό και  σκανδαλιστικό αφού δίνεται η περιγραφή για πρώτη φορά ενός γυμνού γυναικείου σώματος, σήμερα το διήγημα τού Παπαδιαμάντηείναι μάλλον ξεπερασμένο όσον αφορά τις ερωτικές του σκηνές – για να μην πω ότι  προκαλεί ανία.
Αυτήν τη μοίρα έχουν τα παλιά κείμενα όταν οι κοινωνικές εξελίξεις και οι ραγδαίες αλλαγές των ηθών ακυρώνουν το σημείο αιχμής, το κύριο   συγκρουσιακό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η ιδέα και η οπτική του συγγραφέα τους. Σ’ αυτή την περίπτωση, το πάλαι ποτέ σκανδαλώδες παύει να προσλαμβάνεται από τον σύγχρονο αναγνώστη ως τέτοιο και το λογοτεχνικό οικοδόμημα φαίνεται, νοηματικά, αστήρικτο.
Τα ερωτικά διλήμματα λχ του νεαρού βοσκού στον Παπαδιαμάντη δεν λένε τίποτα στον σύγχρονο αναγνώστη – κυρίως τον έφηβο αναγνώστη-- τον ξεσκολισμένο από τα τηλεοπτικά του γεννοφάσκια μ’ αυτά τα θέματα. Ούτε καν μπορεί να γίνει κατανοητή η αιτία των τύψεων τού ήρωα για την ερωτική έλξη που ένιωσε.
Για ποιο τάχατες λόγο βασανίζεται ο αφηγητής; Και είναι αρκετή η μνήμη ενός ερωτικού σώματος, (ή η επιθυμία που άλλωστε δεν πραγματώθηκε ποτέ) να επιφέρει το υπερβολικό τίμημα της διά βίου οδύνης ; Το αίτιο δεν δικαιολογεί επ’ ουδενί τέτοιο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, υποσκάπτεται το «εικός και αναγκαίο» της λογοτεχνικής σύμβασης.  
                                                            *
Κι όμως, αν ανασηκώσει κανείς τη φλούδα στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό κείμενο, αν κοιτάξει περισσότερο υποψιασμένος τη γλωσσική διατύπωση, τις εικόνες, τους συμβολισμούς και τις αλληγορίες, θα ανακαλύψει εντυπωσιακές ερωτικές περιγραφές : εκστασιακές, καθότι υπαινικτικές. Κάτω από τον γλωσσικό μανδύα υπολανθάνει η ελκυστική αβεβαιότητα (είναι; δεν είναι;)  που κάνει ακόμα πιο έντονη την ερωτική περιγραφή.
Εντοπίζονται τέσσερεις τολμηρές, ερωτικές σκηνές που μπορούν να προκαλέσουν ποικιλοτρόπως το αισθητικό και διανοητικό ενδιαφέρον τού σύγχρονου αναγνώστη. Συμβάλλοντας, έτσι, στη διαφοροποίηση της τρέχουσας αντίληψης περί έρωτος – πράγμα που μπορεί να το καταφέρνει η σπουδαία/ αξιόλογη λογοτεχνία.

1 . Υπάρχει μια περιγραφή η οποία σέρνεται σε σχοινοτενείς περιόδους λόγου και το νόημά της μοιάζει τελικά να χάνεται. Είναι σ’ εκείνο το σημείο που ο έφηβος βοσκός κατεβάζει τα γίδια του στη θάλασσα «δια να αρμυρίσουν».
Και περιγράφει τον αιγιαλόν «ανάμεσα στους βράχους»· όπου «το κύμα [διεισδύον] εσχημάτιζε γλαφυρούς κόλπους και αγκαλίτσες» και «οι βράχοι αλλού εκυρτώνοντο [..] και αλλού εκοιλαίνοντο [..],  και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους, το νερό εισεχώρει μέσα στην ξηρά μορμορίζον, χορεύον με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς [..] που αναπηδά [..] και λαχταρεί να χορεύσει »Και ο ήρωας συνεχίζει «είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την ελιμπίστηκα, κι  ελαχτάρησα να πέσω [μέσα της] και να κολυμβήσω»…
Δεν θα ήταν έξω από τα ειωθότα και τα δεδομένα του Συμβολισμού να δει κανείς την ανωτέρω φυσική περιγραφή σαν μια αλληγορία, μια παραλληλία εικόνων που παραπέμπουν συνειρμικά στην κίνηση των ανθρώπινων σωμάτων.
Με γλωσσικά μέσα την υποβλητική έκφραση, τη μουσική χρήση της γλώσσας, συνδηλώσεις, μεταφορές και παρομοιώσεις, όλα στοιχεία του Ρομαντισμού και του Συμβολισμού που εκείνο τον καιρό βρισκότανε στο φόρτε του, ( το διήγημα δημοσιεύθηκε το 1900), θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα πρώτο -- εντελώς ανώδυνο —προανάκρουσμα της ερωτικής πράξης. (1)   
Θαρρώ ότι σ’ αυτό το χωρίο περιγράφεται εσκεμμένα η ερωτική λειτουργία, η προσέγγιση και η έλξη δύο ‘ζωντανών’ οργανισμών, η διείσδυση του νερού στις εσοχές της ξηράς-- σαν να επρόκειτο για καμπυλότητες γυναικείου σώματος, στήθη και δαιδαλώδεις κοιλότητες, ερωτικούς ψιθυρισμούς και κινήσεις χορευτικές τού κορμιού. Που ωστόσο επεκτείνεται στην εσώτερη λαχτάρα, στο ερωτικό σκίρτημα και την έλξη των σωμάτων. Με κορύφωση την άμεση αναφορά στην δική του  «libido»  που υποβάλλεται ευθέως με τη χρήση του ρήματος  ελιμπίστηκα· τη δική του λαχτάρα να πέσει μέσα της και να κολυμπήσει.
Αν, λέω,  καταφέρει κανείς να ερμηνεύσει το απόσπασμα με αυτή την οπτική, ως συμβολική μετάθεση της ερωτικής πράξης, τότε το κείμενο απογειώνεται και κεντρίζει το ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη.  (Είπα «αν καταφέρει» γιατί η γλωσσική ερμηνεία απαιτείται να υπηρετήσει το ήθος του Παπαδιαμαντικού λόγου,  κι αυτό δεν είναι ούτε αυτονόητο ούτε εύκολο).  
Πάντως, ως εδώ, συντελείται η πρώτη φάση μιας μύησης: Τα εξωτερικά ερεθίσματα, ο χώρος, η πρόκληση, όλα τα στοιχεία που προοιωνίζονται εξελίξεις στο πεδίο του έρωτα, ανελκύονται προσεκτικά από  τον χώρο της Φύσης και εναποτίθενται στο χώρο ενός υποσυνειδήτου. Δεν μπορεί να γνωρίζει ο αναγνώστης τι υπολανθάνει ακριβώς, αλλά υποψιάζεται ότι το περιβάλλον «σημαίνει» και το αισθάνεται ότι η δυναμική του χώρου «δηλοί», δεν είναι κενά περιγραφική.
 
2. Οι υποψίες τού αναγνώστη επιτείνονται λίγες γραμμές πιο κάτω. Όταν αρχίζει να έρχεται, σχεδόν, το σούρουπο. Το σκοτάδι, το πέπλο της νύχτας καλύπτοντας ντροπές κι εφηβικές αναστολές, αποτελεί τον καταλληλότερο χρόνο για τη μύηση στον έρωτα. Η αλουργίδα του δύοντος ηλίου μοιάζει με χαλί οπού πάνω του θα περπατήσει σε λίγο ο μυούμενος έφηβος.
Ακολουθεί η αποκαλυπτική περιγραφή του άντρου. Όπου,  συμβολικά, θα επισυμβεί, θαρρείς, η τελετουργική μύηση του έφηβου στα κρεβάτια του έρωτα.  Στρωμένα με κοχύλια και αρώματα και διεγερτικούς καλλωπισμούς από  Νύφες και θαλάσσιες θεότητες, μοιάζει με τόπο ενός παγανιστικού ηδονισμού. Ένα νοητό μονοπάτι που έφτανε όλως τυχαίως (;) ως την πόρτα της καλής του θα τον οδηγήσει στο άντρο του έρωτά του· (η έκπτωση, η αμαρτία  της χριστιανικής αντίληψης μπορούν προς το παρόν να περιμένουν) :
«Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον [..] έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ηλίου , που είχε βασιλέψει[..]. Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος [..] ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάνα του, δια να καθίση να δειπνήση .
Δεξιάν [..] εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένο με κρυσταλλοειδή κοχύλια  και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι [..]»  
Οι εντυπώσεις που σχηματίζονται στον αναγνώστη, η περιγραφή της οπτικής   εμπειρίας είναι τόσο ισχυρή και έντονη που είναι αδύνατον να μην αναχθεί ο νους σε μιαν αντίστοιχη ερωτική πραγματικότητα. (2) και (3).
Εξάλλου, ο καθαρεύων λόγος της περιγραφής – σχεδόν εκκλησιαστικός--  αλλά κυρίως το σκηνικό του (θαλάσσιου) άντρου,  παραπέμποντας σε μυθολογικά στοιχεία υποβάλλουν την ιδέα ενός χώρου ιερατικού σάμπως να μπαίνει κανείς στο κατώφλι μιας εκκλησιάς.Το ‘βέβηλο’ εξαγιώνεται, το ανίερο γίνεται ξάφνου ιερό και το αισθητικό συνταιριάζεται με το αισθησιακό.    
Ίσως, ό, τι δεν μπόρεσε να πει ο Παπαδιαμάντης εξαιτίας των  συντηρητικών ηθών της εποχής, το δίνει με λόγο αλληγορικό. Και η περιγραφή αποκαλύπτει το κρύφιο νόημά της αλλά και τη λειτουργικότητά της στο λογοτεχνικό λόγο.

3. «Ώσπου, τελικά, «επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου και έπεσα εις την θάλασσαν[..]. Ησθανόμην γλύκαν,  μαγείαν άφατον,  εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην εν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους […]. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω[..] δεν θα εχόρταινα ποτέ[..]»  
Η γύμνωση, οι εντυπώσεις από τη εμπειρία του ‘ερωτικού βιώματος’,  από τη ένωση, τη διείσδυση και καταβύθιση στο υγρό στοιχείο, το αλμυρό και το δροσώδες,καταγράφονται με δέος. Χρησιμοποιούνται δύο ρήματα δηλωτικά της βαθιάς αίσθησης καθώς και της αποτύπωσης του γεγονότος, δια παντός, στη φαντασία τού αφηγητή :  α) ησθανόμην ( που συμπληρώνεται από δύο αντικείμενα δηλωτικά της ερωτικής απόλαυσης :μαγεία άφατον – γλύκαν),   και β)  εφανταζόμην(συμπληρώνεται με δύο παρομοιαστικές ταυτίσεις : ως να ήμην έν.. - ως να μετείχον της φύσεως αυτού).
Όλες οι λέξεις που αναφέρονται στο υγρό στοιχείο, η υφή και οι γεύσεις της θάλασσας «της υγράς,  αλμυράς  και δροσώδους» είναι ταυτόσημες με τους χυμούς και τον κόλπον του γυναικείου σώματος. Η δε αίσθηση της ένωσης του ήρωα με το υγρό στοιχείο ανταποκρίνεται πλήρως στην αντίστοιχη αίσθηση που αποκομίζουν δυο κορμιά εξημμένα από το ερωτικό τους πάθος αλλά και την ψυχική τους ένωση.     
Ο λόγος του Παπαδιαμάντη, ειρήσθω εν παρόδω,  ακούγεται κατασταλαγμένος. Ένα είδος ομολογίας από αφηγητή απομακρυσμένο πλέον από το γεγονός εκείνο. Αλλά με αφομοιωμένη γνώση και συνείδηση που φαίνεται ότι επέφερε την ολοκλήρωσή του. Όπως κι αν ερμηνεύεται αυτό.
Μια συμπαντική, θαρρείς, αίσθηση – που σέρνεται με αργούς ρυθμούς των τριών ασύνδετων σχημάτων τού αποσπάσματος, αλλεπάλληλων, σε μια έκταση  τεσσάρων τυπογραφικών γραμμών – αντανακλά αφενός μεν την αντίληψη του συγγραφέα περί Φύσεως και αφ’ ετέρου τη γνωστή στο εκκλησιαστικό μυστήριο του γάμου ρήση για την ένωση των δύο σωμάτων σε σάρκα μία.

4. «[..] εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον. Καθώς την είχα περιβάλλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ…»
Η στιγμή της διάσωσης είναι θαυμαστά μελετημένη: ως προς τη χρήση της γλώσσας και τον λογικό  μηχανισμό που τη διέπει, αλλά και ως προς  την κειμενική στρατηγική που ακολουθείται.
Ολόκληρο το είναι του ήρωα—και μαζί η αγωνία του αναγνώστη—εστιάζεται στην σωτηρία της κόρης. Και μόνο μια υποδόρια, εντελώς φευγαλέα και σχεδόν ασύνειδη αίσθηση επαφής αφήνεται στον αναγνώστη με την ‘χλιαράν —πλην ασθενή--- πνοή εις την παρειάν του’. Μιλώ για κάποιο ψυχανέμισμα (ούτε καν υποψία) τού αναγνώστη. Δεν θα μπορούσε, ίσως, να διανοηθεί κανείς ότι σε μια τόσο δραματική στιγμή, ο νεαρός βοσκός θα είχε ιδιοτελείς βλέψεις. Η σωτηρία της κόρης δεν αφήνει κανένα περιθώριο για άλλες σκέψεις.  
Όμως υποβάλλεται εσκεμμένα η ιδέα ‘της ζεστής ανάσας στην παρειά του έφηβου’. Την οποία βεβαίως καταγράφει προκειμένου να την αντικρούσει αμέσως παρακάτω ‘σε περίπτωση που κατηγορηθεί από κακόβουλους’.
Κι όταν έχει διασφαλίσει την βεβαιότητα τού αναγνώστη του, (την εδραιώνει με τη χρήση των λέξεων : δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα.. /  την ετίναξα δια να δυνηθή να  αναπνεύση.. ) χρησιμοποιεί εκ του ασφαλούς πλέον τη  διφορούμενη και πάλι αλλά τολμηρή διατύπωση:
«Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου». Θα ήταν αδύνατον να διατυπωθεί έτσι το γεγονός της σωτηρίας,  αν δεν είχαν ήδη προηγηθεί οι εξισορροπιστικές φράσεις που αποτρέπουν τον αναγνώστη να σκεφτεί οτιδήποτε μεμπτόν. 
Είναι τόσο έντονα δηλωτική αυτή η προσκόλληση του πλάσματος επάνω του, -- ο παρατατικός ‘προσεκολλάτο’ μάλιστα παρατείνει τη διάρκεια του χρόνου καθιστώντας την προσκόλληση όχι στιγμιαία αλλά ως έχουσα ολόκληρη πορεία ζωής από τούδε και στο εξής-- ώστε σπεύδει και πάλι να απαλύνει τις υποψίες. Κι αυτή τη φορά το διατυπώνει καθαρά ( κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου) .
Προκειμένου δε να απομακρυνθεί εντελώς η σκέψη του αναγνώστη από οτιδήποτε άπτεται της ερωτικής επιθυμίας, εμπλέκει – παραδόξως, νομίζω και μάλλον αμήχανα -- τα περί  χρηματικής αμοιβής ( Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν’). Ωστόσο, η εικόνα ενός πλάσματος που προσκολλάται επάνω του έχει μείνει χαραγμένη στον νου τού αφηγητή, κι έχει καταγραφεί στη συνείδηση του αναγνώστη.

                                                            *
Τελειώνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ξανά τη γενική παρατήρηση ότι αν αποσπασθεί ο αναγνώστης από την εικόνα του νερού και της θάλασσας, θα καταφέρει να συγκροτήσει το σκηνικό της (πρώτης, ίσως) ερωτικής εμπειρίας του ήρωα. Θα ανιχνεύσει τη λαχτάρα τού έφηβου, τον λυσιμελή του πόθο. Κι ακόμα, όλες τις ερωτικές εικόνες που τον τρέφουν, αλλά κι αυτές που εστιάζει πάνω τους· την αγωνία της σωματικής απόλαυσης, τη γνώση του έρωτα.
Η συγκεκριμένη αλληγορία φέρνει στο προσκήνιο την προσδοκία ενός σώματος που δονείται από  την ερωτική απόλαυση ο δε νους καθηλώνεται ( και τώρα και για πάντα) στο τορνευτό κορμί της ερωμένης.    
Μέσα απ’ το λόγο αναδύεται η ένταση τής ένωσης, ιχνηλατείται η γλυκύτητα και υπολανθάνει η εναγώνια επιθυμία ενός έφηβου –σχεδόν παιδιού -- να διοχετεύσει τη σεξουαλική του ορμή, να πραγματώσει τον ερωτικό του εαυτό, να απελευθερώσει τις ζωικές και ψυχικές του δυνάμεις.
Μπορεί να δει ο αναγνώστης τον κυματισμό της θάλασσας και τον χορό  των σωμάτων, ένα κορμί νεανικό που πλαντάζει όπως τα κύματα της, ένα σώμα που βυθίζεται ολόκληρο εντός της. Τον πόθο  και τον πυρετό του. Την καθαρότητα της φλόγας και την ένταση του καύματος απ’ το οποίο πυρπολείται. (Η αμηχανία τού  αγοριού είναι ένα άλλο, τεράστιο κεφάλαιο, ηθικής και αισθητικής σημασίας που θα μπορούσε να κάνει κανείς ολόκληρη διατριβή).  
Πρόκειται, θαρρείς, για μια μέθεξη σε κάτι υπερβατικό. Που ωστόσο είναι ιερό μαζί γι’ αυτόν και βέβηλο. Εξού και η αμφιθυμία των αισθημάτων του, τώρα και αργότερα.
 Άραγε είναι δυνατόν να προσεγγίσει κανείς αυτήν τη διάσταση της παπαδιαμαντικής ερωτικής ζωής; Μάλλον όχι. Πολύ περισσότερο, ο σημερινός άνθρωπος  – ο ψυχικά αποξηραμένος. Γι’ αυτόν ο έρωτας είναι εξουσία, επιβολή πάνω στον άλλον, προβολή της δύναμης. 
Το Όνειρο στο κύμα όμως δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει κανείς για τη χαμένη αυτή  ποιητική οπτική τού (σωματικού εννοώ κι όχι κανενός παλτωνικού) έρωτα. Οι τολμηρές αλληγορίες του Παπαδιαμάντη μπορούν να δώσουνε το έναυσμα.
Του Κώστα Λογαρά, αναδημοσίευση από το tvxs.gr

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Ο άρχοντας των μυγών

Το ανεκρίζωτο Κακό


Είναι επίτευγμα για ένα βιβλίο να εξακολουθούμε να μιλάμε γι’ αυτό δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση. Συνήθως σημαίνει πως άσκησε κάποιου είδους ισχυρή αισθητική επίδραση, ή ότι κατάφερε να ενσωματώσει, να βάλει σε λέξεις, είτε ένα συγκεκριμένο Zeitgeist είτε θεμελιώδη, διαχρονικά ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη φύση – προσφέροντας, ενίοτε, και απαντήσεις. Τέτοιο βιβλίο είναι και «Ο Αρχοντας των Μυγών», του Αγγλου νομπελίστα Ουίλιαμ Γκόλντινγκ, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1954 και φέτος κλείνει αισίως τα 60 του χρόνια, έχοντας διαβαστεί από εκατομμύρια ανθρώπους, ιδίως στον αγγλόφωνο κόσμο.

«Αλληγορική δυστοπία» μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς, με αρκετή ακρίβεια (η όλη σύλληψη φέρνει στον νου την κατά εννέα χρόνια παλιότερη «Φάρμα των Ζώων» του Οργουελ). «Δυστοπία», διότι παρακολουθεί τη –νομοτελειακή, όπως υπαινίσσεται– πορεία μιας ομάδας μαθητών, έξι έως δεκατριών ετών, που βρίσκονται κυριολεκτικά ουρανοκατέβατοι σε ένα παρθένο, πανέμορφο νησί και πώς καταφέρνουν να μετατρέψουν τον δυνάμει κοινωνικό παράδεισο σε εφιαλτική κόλαση βίας και φόβου. Η αλληγορία έγκειται στο ότι ο Γκόλντινγκ οικοδόμησε άψογα όλο το βιβλίο πάνω σε σύμβολα – καθένα από τα πρόσωπα και τα αντικείμενα της ιστορίας αντιπροσωπεύει μια ιδέα ή μια πτυχή του ανθρώπου ως (πολιτικού) ζώου· ο πλούτος των συμβολισμών του είναι όντως εκπληκτικός. Και είναι, βέβαια, αλήθεια ότι στην εποχή μας, όπου έχει τρέξει πολύ νερό στο αυλάκι της λογοτεχνίας, οι αλληγορίες φαντάζουν λιγάκι ντεμοντέ· οι δυστοπίες πάλι, σίγουρα όχι.

Το κοινό άργησε να ανακαλύψει το βιβλίο, το πρώτο μυθιστόρημα του Γκόλντινγκ. Για την ακρίβεια, πήρε τη θέση του στον «δυτικό κανόνα» όταν, τη δεκαετία του ’60, καθηγητές σε σχολεία και πανεπιστήμια άρχισαν να το εντάσσουν στα υποχρεωτικά αναγνώσματα, κυρίως λόγω του αλληγορικού του χαρακτήρα (η άσκηση των παιδιών στην ταυτοποίηση και ανάλυση συμβόλων αποτελεί, προφανώς, κοινότατη πρακτική ανά τον κόσμο). Επιπλέον προσόν ήταν και το γεγονός ότι ήρωες της αφήγησης είναι παιδιά. Από την άλλη, βέβαια, είναι αξιοθαύμαστο πώς ένα τόσο σκληρό, σχεδόν σοκαριστικό βιβλίο μπόρεσε να μπει (και να παραμείνει, παρά τις κατά καιρούς απαγορεύσεις) στη διδακτέα ύλη. Γιατί «είναι» σκληρό: τα αγόρια του «Αρχοντα των Μυγών» δεν είναι καθόλου, μα καθόλου αγγελικά: ξεκινούν να χτίσουν έναν πολιτισμό και εκπίπτουν σε μια αφάνταστη, αιματηρή βαρβαρότητα διχασμού που φτάνει έως την αλληλοεξόντωση. «Ο Αρχοντας των Μυγών» φέρει ολοφάνερα τα τραύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και τις αγωνίες του Ψυχρού Πολέμου που ακολούθησε.

Απουσία κοριτσιών

Ο Γκόλντινγκ έχει δεχτεί αρκετή κριτική για την πλήρη απουσία γυναικών/κοριτσιών από την ιστορία του. Εχω την εντύπωση πως η παρατήρηση αυτή, αν και ακριβής, αποτελεί «δεύτερη σκέψη». Σε πρώτη πρόσληψη, φαντάζει παράδοξα φυσικό οι αυτουργοί της αποτυχημένης προσπάθειας για την οικοδόμηση πολιτισμού και ταυτόχρονα οι υπονομευτές του οικοδομήματος και φορείς της βίας να είναι άντρες/αγόρια· βρισκόμαστε, εξάλλου, στο 1954. Ο ίδιος ο Γκόλντινγκ είχε επίσης απαντήσει σε συνέντευξή του ότι, έχοντας υπάρξει ο ίδιος αγόρι, και όχι κορίτσι, ήταν σε καλύτερη θέση να αναπαραστήσει την εξέλιξη μιας τέτοιας συνύπαρξης. Μια άλλη εξήγηση του Γκόλντινγκ για το ίδιο θέμα είναι ότι, αν οι ήρωές του ήταν αγόρια και κορίτσια, μοιραία θα παρείσεφρεε και ο παράγοντας του σεξ, που ο συγγραφέας θεωρούσε «αταίριαστο για ένα τέτοιο βιβλίο, που πραγματεύεται την εγγενή ύπαρξη του Κακού στον άνθρωπο». Και εν τέλει, κάθε αλληγορική δυστοπία δικαιούται να ορίζει τις δικές της παραμέτρους.

Εκείνο, πάντως, που προβάλλει πολύ καθαρά μέσα από το βιβλίο είναι η υπεροχή του ατομικού έναντι του συλλογικού. Στον «Αρχοντα των Μυγών», ο χαρακτήρας των ηρώων, η προσωπικότητά τους, παρόλο που λειτουργεί συμβολικά, γίνεται κάθε φορά ο καταλύτης ή και ο πρόξενος των εξελίξεων. Οι ατομικές επιλογές δεν θάβονται μέσα στη συλλογικότητα. Αντιθέτως, κάθε συμμετοχή στο συλλογικό μάς κάνει να συνειδητοποιούμε με ενάργεια πόσο επιδρούν οι ατομικές επιλογές, που, βέβαια, υπαγορεύονται κατεξοχήν από τον χαρακτήρα. Η προσωπικότητα υποχωρεί πια μόνο σε συνθήκες επικράτησης των πιο πρωτόγονων ενστίκτων.

Τι είναι όμως αυτό που βοηθά τελικά να επικρατήσουν τα πιο πρωτόγονα ένστικτα και να αναδυθεί το «Κακό»; Ο Γκόλντινγκ απαντά, «ο άλογος φόβος». Στην ουσία σχεδόν τον ταυτίζει με το Κακό. Η ισορροπία στην κοινωνία των αγοριών αρχίζει να κλονίζεται όταν τα παιδιά πείθονται ότι στο νησί τους υπάρχει ένα «θηρίο». Η ομάδα των «κυνηγών» τότε σκοτώνει ένα γουρούνι και καρφώνει το κομμένο κεφάλι σε ένα στύλο εν είδει προσφοράς εξευμενισμού. Ενώ το κεφάλι αρχίζει να αποσυντίθεται και να μαζεύει μύγες (χωρίς στο μεταξύ να εξευμενίζει καθόλου το ανύπαρκτο έτσι κι αλλιώς θηρίο), ένα από τα αγόρια, σε κατάσταση ενόρασης που θυμίζει Ντοστογιέφσκι, βλέπει και ακούει τον Αρχοντα των Μυγών (έτσι μεταφράζεται η γνωστή μας εβραϊκή λέξη Beelzebub...), το γουρουνίσιο κεφάλι, να του αποκαλύπτεται:

«Για φαντάσου, νομίζατε πως το Θηρίο είναι κάτι που μπορείτε να το κυνηγήσετε και να το σκοτώσετε! [...] Το ξέρατε, έτσι δεν είναι; Πως είμαι κομμάτι σας; [...] Πως εγώ είμαι ο λόγος που δεν τραβάει το πράγμα;»

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Και ένα παιχνίδι από τον ιστότοπο του Nobel για το βιβλίο

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Τα αναβολικά στην αρχαιότητα


Το ντοπάρισμα των αθλητών και η δωροδοκία με σκοπό τη νίκη εμφανίστηκαν στους στίβους της αρχαιότητας μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (έληξε το 404 π.Χ.), την «αυτοκτονία της Ελλάδας», όπως τον χαρακτήρισε διάσημος ιστορικός. Ως τότε κι από τα βάθη των αιώνων, από κανενός το μυαλό δεν μπορούσε να περάσει η σκέψη να παραπλανήσει τους κριτές (Ελλανοδίκες). Όμως, μετά το τέλος του σχεδόν 30χρονου αιματηρού εμφύλιου πολέμου, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναζητούσαν την κοινωνική καταξίωση με μια νίκη σε κάποιον από τους πανελλήνιους αγώνες, τους Ολυμπιακούς κατά προτίμηση. Περίπου τον ίδιο καιρό εμφανίστηκαν και οι επαγγελματίες αθλητές.
Ήταν η εποχή που ο πιο αναγνωρισμένος γιατρός της αρχαιότητας, ο Ιπποκράτης (πέθανε το 377 π.Χ.), αμφισβητούσε τη ρήση «νους υγιής εν σώματι υγιεί» και δίδασκε ότι δεν είναι η άθληση που εξασφαλίζει την υγεία αλλά το μέτρο στην εργασία, στο φαγητό, στον ύπνο και στον έρωτα.
Μισόν αιώνα αργότερα, ο Αριστοτέλης (384 – 322 π.Χ.) περιέγραφε τα ορατά αποτελέσματα από την ειδική δίαιτα, στην οποία υποβάλλονταν οι αθλητές: Παραμορφωμένα πρόσωπα που έμοιαζαν με ζώων. Και, έπειτα από αρκετούς αιώνες, ο επίσης αναγνωρισμένος γιατρός της αρχαιότητας, Γαληνός (128 – 200), δίδασκε ότι η πολύωρη καθημερινή άθληση δε βοηθά τη φυσική ομορφιά, καθώς οι απαιτήσεις πολλών αγωνισμάτων συχνά παραμορφώνουν το πρόσωπο και το σώμα των αθλητών.
Στην Ολυμπία, ο έλεγχος των αθλητών ήταν ασφυκτικός. Τα «διατροφικά συμπληρώματα» ξεκινούσαν από ένα κοκτέιλ «μέλι με σύκα» κι έφταναν στο κρέας ταύρου, ενώ οι πιο ριψοκίνδυνοι έπιναν ούρα από γνωστά για τη δύναμή τους ζώα, θεωρώντας ότι περιείχαν τις ουσίες εκείνες που τα έκαναν δυνατά (σήμερα γνωρίζουμε ότι η τεστοστερόνη παράγεται από τον διάμεσο ορχικό ιστό του ανθρώπου, αυτόν που ονομάζουμε κύτταρα του Λάιντιχ).
Στην Ολυμπία άλλωστε, οι αθλητές έπρεπε να φτάσουν ένα μήνα πριν από την έναρξη των αγώνων. Τους συνόδευαν οι γυμναστές ή, των παίδων, οι πατέρες ή μεγαλύτερα αδέλφια. Στον μήνα αυτό, διδάσκονταν τους κανονισμούς των αθλημάτων, παρακολουθούσαν αγώνες κι έμεναν απομονωμένοι σε ιδιαίτερο κτίριο της Ήλιδας. Η δήλωση συμμετοχής γινόταν ένα χρόνο πριν και καταγραφόταν σε ειδικές λίστες.
Υπεύθυνη για την οργάνωση των αγώνων ήταν η Ολυμπιακή Βουλή, ενώ κριτές ήταν οι Ελλανοδίκες, μέλη της αρμόδιας επιτροπής (δυο αρχικά, δέκα στη συνέχεια, δώδεκα έπειτα και, από το 348 π.Χ., πάλι δέκα). Εκλέγονταν με κλήρο ανάμεσα στους Ηλείους και είχαν απόλυτη εξουσία.
Απέρριπταν αθλητές που δεν είχαν τα κατάλληλα να αγωνιστούν προσόντα, απέκλειαν όσους υπέπιπταν σε παραπτώματα και τιμωρούσαν με πρόστιμα ή και με δημόσια μαστίγωση τους παραβάτες των κανονισμών. Παραβάσεις ήταν η αργοπορημένη προσέλευση, η μη υπακοή στις εντολές, η μη τήρηση των κανονισμών διεξαγωγής των αθλημάτων και η δωροδοκία είτε για να αφεθεί αθλητής να νικηθεί είτε για ευνοϊκή μεταχείριση.
Σε περίπτωση δωροδοκίας, έπεφτε τόσο βαρύ πρόστιμο στον αθλητή και στην πόλη του, ώστε με τα χρήματα που εισπράττονταν, ανεγείρονταν αγάλματα του Δία, οι Ζάνες (από τον πληθυντικό της λέξης Ζευς) πάνω σε ειδικά βάθρα. Βρέθηκαν 17 βάθρα Ζανών που σημαίνει ότι τόσες δωροδοκίες τιμωρήθηκαν στα 1169 χρόνια που κράτησαν οι Ολυμπιάδες. Πρώτο κρούσμα δωροδοκίας αποκαλύφθηκε το 388 π.Χ. (16 χρόνια μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου). Δεύτερο, είκοσι χρόνια αργότερα (368 π.X.), όταν κατασκευάστηκαν δύο Ζάνες από πρόστιμα που επέβαλαν οι Ελλανοδίκες σε δύο Ρόδιους παλαιστές που, κατά τον Παυσανία, πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω (ο Φιλόστρατος να δωροδοκεί τον Εύδηλο). Το επόμενο κρούσμα συνέβη μετά από 36 χρόνια (332 π.Χ.). Η δυσφήμιση του αθλητή αλλά και της πόλης την οποία εκπροσωπούσε και το στίγμα της «πλαστής νίκης» απέτρεπαν την απόπειρα δωροδοκίας παρ’ όλο που ο δεκασμός για τους αρχαίους Έλληνες ήταν σε πολλές περιπτώσεις τρόπος ζωής.
Έφεση κατά μιας απόφασης των Ελλανοδικών (των οποίων το σκεπτικό απαγορευόταν να γνωστοποιηθεί) επιτρεπόταν μόνο στην Βουλή της Ήλιδας. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως, οι αποφάσεις γίνονταν αποδεκτές. Οι Ελλανοδίκες ήταν αναγνωρισμένα αμερόληπτοι και αδέκαστοι.

Στην Αρχαία Ρώμη, το ντοπάρισμα ήταν περίπου νόμιμο. Στα άλογα των ιπποδρομιών χορηγούσαν «υδρομέλας» (ένα οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται από την αλκοολική ζύμωση διαλύματος μελιού σε νερό). Το πόσο αποτελεσματικό ήταν φαίνεται και από το γεγονός ότι το έπιναν και οι στρατιώτες, πριν από τη μάχη. Τον Α’ (μ.Χ.) αιώνα, για να αυξήσουν τη μυϊκή τους μάζα, οι Έλληνες αθλητές προτιμούσαν να πίνουν εκχύλισμα από το φυτό «υπουρίς», είδος φτέρης, βασικού συστατικού από την οποία σήμερα παράγεται το οργανικό καύσιμο τύρφη. Ένα μείγμα κρασιού και στρυχvίvnς (δηλητηρίου που σε μικρές δόσεις λειτουργεί ως διεγερτικό) δινόταν σε νεαρούς αθλητές στις αρχαίες Ολυμπιάδες.
Εκεί όμως που το ντοπάρισμα έδινε και έπαιρνε, ήταν στο αγώνισμα της πάλης. Νικητής αναδεικνυόταν όποιος έριχνε τον αντίπαλό του στο έδαφος τρεις φορές καθώς οι αθλητές έπρεπε να παλεύουν όρθιοι.
Αναπτύχθηκαν δυο τεχνικές: Του συνδυασμού ταχύτητας, ευκινησίας και ευστοχίας που χαρακτήριζε κυρίως τους αθλητές του πένταθλου (όπου ένα από τα αθλήματα ήταν και η πάλη) και της δύναμης που κυρίως χρησιμοποιούσαν οι μόνο παλαιστές. Η πρώτη τεχνική ήταν δημοφιλής στους Αθηναίους, η δεύτερη στους Σπαρτιάτες. Με τον Μίλωνα τον Κροτωνιάτη ονομαστό για τη δύναμή του Ολυμπιονίκη, κυρίαρχο του αγωνίσματος για 24 συναπτά χρόνια (540 – 516 π.Χ.). Κάποια φορά σήκωσε και περιέφερε στα χέρια του ένα ταύρο ζωντανό, μετά τον έσφαξε, τον έψησε και τον έφαγε μόνος του. Κάποια άλλη, σήκωσε τον ανδριάντα του και τον μετέφερε μόνος του στην Άλτη. Και κάποια τρίτη, στήθηκε όρθιος πάνω σε ένα δίσκο αλειμμένο με λάδι χωρίς κανένας από όσους προσπάθησαν να μπορέσει να τον μετακινήσει από εκεί. Το αγώνισμα της πάλης ήταν τόσο δημοφιλές ώστε συντηρούσε στρατιές επαγγελματιών παλαιστών, σωστών θηρίων σε όγκο και δύναμη.

Αναδημοσίευση από το historyreport.gr

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Το «έδοξε τω δήμω» την εποχή του Διαδικτύου

Είναι ν’ απορείς που δεν το σκέφτηκαν οι φωστήρες των στοιχημάτων να εισαγάγουν ένα καινούργιο, τέτοιες μέρες εκλογικές: Πόσες φορές θ’ ακουστεί την πρώτη Κυριακή της κάλπης και πόσες τη δεύτερη το κλισέ «Σήμερα μιλάει ο λαός»: Σαράντα τρεις, όσοι και οι αρχηγοί των κομμάτων που συμμετέχουν στις ευρωεκλογές; Περί τις χίλιες, όσοι (χονδρικώς) οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές; Περί τις δέκα χιλιάδες, όσοι -χονδρικώς και πάλι- οι υποψήφιοι κάθε μορφής, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, δημοτικοί, περιφερειακοί, διαμερισματικοί σύμβουλοι κτλ.; Πολλές χιλιάδες φορές, το μόνο σίγουρο. Πόσες ακριβώς είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ισως γι’ αυτό δεν είδαμε και τέτοιας λογής ποντάρισμα, ενώ υπάρχουν τόσα άλλα ευρηματικότατα: ποιος παίκτης θ’ αγωνιστεί με κατεβασμένες κάλτσες ή με υψωμένα μανίκια (σαν πολιτικός που ετοιμάζεται «να πιάσει δουλειά»), πόσοι οπαδοί θα τρυπώσουν σε παιχνίδι «κεκλεισμένων των θυρών», οι ρουκέτες θα είναι όσες του αναστάσιμου Βροντάδου κ.ο.κ.

Φιλολαϊκό θέλει να εμφανίζεται το πατροπαράδοτο «Σήμερα μιλάει ο λαός». Μολαταύτα, όπως καθετί το δημαγωγικό, έχει μέσα του τον σπόρο της απαξίωσης του ίδιου του λαού που θέλει να εγκωμιάσει. Διότι τον μειώνει σε βουβό παρατηρητή των πραγμάτων (και της ίδιας της ζωής του) για τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου - ή της τετραετίας. Και διότι ταυτίζει περιοριστικά τη δημοκρατία με τη διά της ψήφου καταδήλωση του λαϊκού φρονήματος· δηλαδή με μια τελετουργία που η αξία της μειώνεται σταθερά και λόγω της ολονέν ευρύτερης αποχής και λόγω της περιφρόνησης που επιφυλάσσουν ποικίλοι υπερεθνικοί οργανισμοί και εξωθεσμικοί παράγοντες στη λαϊκή βούληση. Μήπως αυτό δεν ήταν ένα από τα ευρωπαϊκά μαθήματα των τελευταίων ετών, με τον εξαναγκασμό σε συγκρότηση τεχνοκρατικών ή μεικτών κυβερνήσεων ουδόλως νομιμοποιημένων από την ετυμηγορία της κάλπης; Κραυγαλέο το έλλειμμα δημοκρατίας.

Ενα δεύτερο μάθημα των τελευταίων χρόνων είναι ότι ο λαός (οι πολίτες, οι καταναλωτές, οι «χρήστες»), που μιλούσε πάντοτε κι ας μην ακουγόταν, κι ας μην ήταν κάθε φορά καθαρή η φωνή του, διαθέτει πια ορισμένους επιπλέον τρόπους για να δηλώνει την παρουσία του. Τοπικά, εθνικά και διεθνώς· σε πανευρωπαϊκό ή και οικουμενικό επίπεδο. Με την αόρατη και άυλη και εντούτοις σχεδόν απτή συνεργασία ανθρώπων που οι δρόμοι τους δεν θα διασταυρωθούν ποτέ. Η εκκλησία του δήμου τον καιρό του Ιντερνετ δεν υπακούει σε όρια χρονικά ή χωρικά. Ενα κυματάκι μπορεί να γίνει ταχύτατα τσουνάμι, άσχετα αν δεν θα έχει τελικά το επιθυμητό αποτέλεσμα, μια και οι εξουσίες, πολιτικές και οικονομικές, ξέρουν να παρακάμπτουν και να περιφρονούν και αυτό το μοντέρνο, διαδικτυακό «έδοξε τω δήμω».

Οι «φίλοι της παραδόσεως» είναι πιθανό να ισχυριστούν ότι πρόκειται απλώς για μια ελαφρώς πολιτικοποιημένη μορφή της ψηφοφορίας για τη Γιουροβίζιον, επιπόλαιη και ακίνδυνη. Ή ότι δίχως σωματική παρουσία δεν συγκροτείται πλήθος, δήμος, κόσμος, ούτε αποκτάται υλική δύναμη. Από το ένα άκρο όμως -της πλήρους απαξίωσης- έως το άλλο -της εξιδανίκευσης- εκτείνεται η τεράστια ζώνη της πραγματικότητας· της μεσότητας. Εκεί όπου η ψηφιακή κοινωνία και σώμα διαθέτει και επίδραση μπορεί να ασκήσει. Στο κάτω κάτω, η ηλεκτρονική υπογραφή εκτός από απολύτως προσωπική, είναι και δεσμευτική, ακόμα κι όταν δίνεται κάπως χαλαρά ή με την πρόθεση επιβίβασης στον συρμό. Για το αν ενδέχεται να φέρει και προβλήματα στη ζωή όποιου υπογράφει, ας λάβουμε υπόψη μας δύο τινά: ότι σε πολλές χώρες οι διαδικτυακές πρωτοβουλίες (η ιντερνετική «ομιλία» εν γένει) απαγορεύονται ή τελούν υπό χαφιεδίστικη παρακολούθηση· και, δεύτερον ότι, έπειτα και από τις αποκαλύψεις του Εντουαρντ Σνόουντεν, ξέρουμε ότι ο Μεγάλος Αδελφός δεν είναι τηλεοπτικό παιχνίδι. Ξέρουμε επίσης ότι το παράνομο εμπόριο ψηφιακών δεδομένων είναι αποδοτικότατο.

Προφανώς η συγκέντρωση εκατό χιλιάδων ηλεκτρονικών υπογραφών δεν ισοδυναμεί με τη συγκέντρωση εκατό χιλιάδων ανθρώπων στο Σύνταγμα, που θα μείνουν ώρες εκεί, με τα συνθήματα και τα τραγούδια τους, με την αυτοπρόσωπη (συν)παρουσία τους· αν και μάθαμε πια ότι οι «αποφασισμένες» κυβερνήσεις μπορούν άνετα να αδιαφορήσουν ακόμα και για μαζικά κινήματα μεγάλης διάρκειας. Προφανώς επίσης το ηλεκτρονικό «συνανήκειν» διαμορφώνεται διαφορετικά από το οικείο μας, το «παραδοσιακό», αυτό που μας εντάσσει σε κάποια πολιτική ομάδα, όμιλο σκέψης, κόμμα. Και, κάπως αυστηρά, μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι η θεραπεία των απορρυθμισμένων αστικών κοινωνιών (που, όσο δηλώνουν ότι αποστρέφονται την πολιτική «έτσι όπως υπάρχει», κερματίζονται όλο και πια βαθιά σε άτομα), αλλά το σύμπτωμά τους.

Σύμφωνοι. Δεν επιτρέπεται η ψευδαίσθηση ότι το οικουμενικό διαδικτυακό χωριό είναι πανίσχυρο. Είναι ανόητο όμως και να πιστεύουμε πως είναι ψευδαίσθηση και πλάνη η ίδια η (διαρκώς ανασχηματιζόμενη) ύπαρξή του. Μια ύπαρξη που και δύναμη έχει και χάρη. Μιλάω έχοντας στον νου μου όχι τον συγχυτικό θόρυβο όσων μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλώνονται και αλλοιώνονται από την ανώνυμη ή ψευδώνυμη ωμογραφία, αλλά την ψηφιακή έστω δράση μέσα από πλατφόρμες που δημιουργούνται αυθορμήτως, σαν ανταπόκριση σε συγκεκριμένο πρόβλημα, ή από άλλες με την προϊστορία τους πια και την επίσημη, αναγνωρίσιμη ταυτότητά τους. Το «ψηφιακό κίνημα» των τελευταίων ημερών με τις δεκάδες χιλιάδες υπογραφές κατά του στουρνάρειου και χατζηδάκειου σχεδίου νόμου που προωθεί την πιο ασύστολη παράδοση του γιαλού στην ιδιωτική εκμετάλλευση και την τσιμεντοστρωμένη «αξιοποίηση», οδηγώντας στην καταστροφή μία από τις λιγοστές αρετές του τόπου, έδειξε ότι οι πολίτες μιλούν και ψηφίζουν και άσχετα από την κάλπη. Οτι κατανοούν πως τίποτα καλό δεν έχουν να περιμένουν αν εμπιστευθούν την προστασία του περιβάλλοντος στο ονομαστικά αρμόδιο υπουργείο.

Πρόσθεσα -αυτόματα και αυτονόητα- και τη δική μου υπογραφή στις υπόλοιπες. Οπως το έχω κάνει κάμποσες φορές ώς τώρα, σε υπερεθνική πλατφόρμα, για ζητήματα ανθρωπιστικής ή οικολογικής φύσης σε διάφορες χώρες του κόσμου. Ορισμένες συλλογές υπογραφών (οι μαζικότερες) υπήρξαν αποτελεσματικές: έσωσαν ζωές. Ομολογώ πάντως ότι κάθε φορά σαν να γαληνεύω ή και να παίρνω κουράγιο βλέποντας πάνω στην οθόνη να πέφτουν τα ονόματα των συνυπογραφόντων με μια σημαιούλα δίπλα, της πατρίδας του καθενός: Ισπανία, Αυστραλία, Πολωνία, Πακιστάν, Αίγυπτος, Καναδάς, Βραζιλία, Ιαπωνία, Ελλάδα... Ενας κόσμος. Ο κόσμος μας.

Του Παντελή Μπουκάλα, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Η μόρφωση των κοριτσιών και ο φόβος των ισλαμιστών

Οταν ισλαμιστές τρομοκράτες στη Νιγηρία οργάνωσαν μια μυστική επίθεση τον περασμένο μήνα, δεν έβαλαν στο στόχαστρο ένα στρατώνα, έναν αστυνομικό σταθμό ή μια βάση μη επανδρωμένων βομβαρδιστικών. Oχι, οι μαχητές της Μπόκο Χαράμ επιτέθηκαν σε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό για εκείνους: ένα σχολείο για κορίτσια.

Τα μορφωμένα κορίτσια είναι ο χειρότερος εφιάλτης των φανατικών της οπισθοδρόμησης. Γι’ αυτό οι Πακιστανοί Ταλιμπάν πυροβόλησαν τη 15χρονη Μαλάλα Γιουσαφζάι στο κεφάλι. Γι’ αυτό οι Αφγανοί Ταλιμπάν ρίχνουν οξύ στο πρόσωπο κοριτσιών που θέλουν να μορφωθούν. Γιατί όμως φοβούνται τόσο πολύ την εκπαίδευση των κοριτσιών; Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη μεταμόρφωσης μιας κοινωνίας. Η χειρότερη απειλή γι’ αυτούς δεν είναι οι πύραυλοι από μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά τα κορίτσια που διαβάζουν βιβλία.

Από αυτή τη σκοπιά, η Μπόκο Χαράμ φέρθηκε λογικά –αν και βάρβαρα– όταν απήγαγε μερικά από τα πιο ευφυή και φιλόδοξα κορίτσια στην περιοχή και ανακοίνωσε, μάλιστα, ότι θα τα πουλήσει ως σκλάβες. Αν θέλεις να καθηλώσεις τη χώρα σου στην οπισθοδρόμηση, βάλε χειροπέδες στις κόρες σου.

Εκείνο που με θλίβει είναι ότι εμείς στη Δύση δεν συμπεριφερόμαστε το ίδιο ορθολογικά. Για να καταπολεμήσουμε τους τρομοκράτες, επενδύουμε υπερβολικά στα στρατιωτικά εργαλεία και όχι τόσο στα εργαλεία της εκπαίδευσης, που αποδεδειγμένα είναι πιο αποτελεσματικά. Ο πρόεδρος Ομπάμα δίνει το πράσινο φως για βομβαρδισμούς με μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά αμελεί την υπόσχεση που έδωσε το 2008 ότι θα διαθέσει 2 δισ. δολάρια για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου ταμείου για την εκπαίδευση.

Γιατί, λοιπόν, έχει τόσο μεγάλη σημασία η εκπαίδευση των κοριτσιών; Πρώτα πρώτα, γιατί αλλάζει τη δημογραφία. Ενας από τους παράγοντες που συνδέονται με την αστάθεια, είναι το μεγάλο ποσοστό νέων στον πληθυσμό. Οσο περισσότεροι είναι οι άνεργοι νεαροί άνδρες 15-24 ετών σε μια χώρα, τόσο μεγαλύτερο είναι το δυναμικό αναταραχής, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτό σημαίνει ότι ο περιορισμός των γεννήσεων τείνει να οδηγεί στη σταθερότητα, και εδώ είναι που παρεμβαίνει η εκπαίδευση των κοριτσιών. Μορφώνεις ένα αγόρι και πιθανότατα θα αποκτήσει μικρότερη οικογένεια, αλλά η διαφορά δεν θα είναι σημαντική. Αν όμως μορφώσεις ένα κορίτσι, θα αποκτήσει πολύ λιγότερα παιδιά. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε αξιόπιστες μελέτες.

Γενικότερα, η μόρφωση των κοριτσιών μπορεί να διπλασιάσει το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Δίνει μεγάλη ώθηση στην οικονομία, ανεβάζοντας τις απαιτήσεις για καλύτερο επίπεδο ζωής και κινητοποιώντας μια ανοδική έλικα ανάπτυξης. Η οικονομική άνθηση της Ασίας οικοδομήθηκε πάνω στη μόρφωση των κοριτσιών και στη μετακίνησή τους από την ύπαιθρο σε πιο παραγωγικές εργασίες στις πόλεις.

Η μόρφωση των κοριτσιών, βέβαια, δεν είναι πανάκεια. Η Σαουδική Αραβία και το Ιράν εκπαιδεύουν τα κορίτσια τους, αλλά δεν τους δίνουν πρόσβαση σε θέσεις ισχύος. Oταν όμως μια χώρα μορφώνει και απελευθερώνει τα κορίτσια της, αυτές οι μορφωμένες γυναίκες γίνονται πολλαπλασιαστές για το καλό.

Η Αντζελίν Μουγκγουεντέρε ήταν ένα πάμφτωχο κορίτσι από τη Ζιμπάμπουε, που οι συμμαθητές της την κορόιδευαν επειδή πήγαινε στο σχολείο ξυπόλυτη. Δεν μπορούσε ν’ αγοράσει σχολικά εφόδια, κι έτσι έπλενε πιάτα στα σπίτια των δασκάλων της με την ελπίδα να πάρει σε αντάλλαγμα ένα στιλό ή ένα τετράδιο. Η Αντζελίν, όμως, ήταν πολύ έξυπνη κι επιμελής. Στις εξετάσεις της έκτης δημοτικού, που γίνονται σε εθνικό επίπεδο, πέτυχε μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες στη χώρα. Δεν είχε όμως τη δυνατότητα να προχωρήσει, διότι η οικογένειά της δεν μπορούσε να πληρώσει τα δίδακτρα. Τότε ήταν που παρενέβη μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, η Campaign for Female Education (Camfed), η οποία βοήθησε ώστε να συνεχίσει το σχολείο η Αντζελίν. Τελείωσε με άριστες επιδόσεις το γυμνάσιο και τώρα είναι περιφερειακή διευθύντρια της Camfed, με αρμοδιότητα να βοηθάει φτωχά κορίτσια να φοιτούν στο σχολείο σε τέσσερις αφρικανικές χώρες. Ανταποδίδει στο πολλαπλάσιο τη βοήθεια που δέχθηκε.

Η μόρφωση των κοριτσιών και η ενδυνάμωση των γυναικών είναι εγχειρήματα σε μεγάλο βαθμό εφικτά. Ξοδεύουμε δισεκατομμύρια δολάρια για τη συλλογή πληροφοριών, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τις στρατιωτικές επεμβάσεις, παρότι τα αποτελέσματα όλων αυτών είναι αμφισβητούμενα. Σε σύγκριση, η εκπαίδευση των κοριτσιών έχει ελάχιστη οικονομική στήριξη, παρόλο που είναι αποδεδειγμένα πολύ πιο αποτελεσματική.

Του Nicholas Kristof των New York TImes δημοσίευση στην Καθημερινή

Η κοινωνία, σαν μια γροθιά

«Τα θύματα της βίας είναι μαύρα, είναι λευκά, είναι πλούσια και φτωχά, νέα και ηλικιωμένα, διάσημα και ανώνυμα. Πάνω απ’ όλα, είναι ανθρώπινα πλάσματα, τα οποία άλλα ανθρώπινα πλάσματα αγάπησαν και χρειάζονταν κοντά τους. Κατάφερε ποτέ κάτι η βία; Ποτέ μια σφαίρα δεν σταμάτησε τον αγώνα ενός μάρτυρα. Οποτε προσβάλλουμε την ίδια την υφή της ζωής, που με τόσο πόνο και κόπο ένας άνθρωπος έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του και τα παιδιά του, τότε ολόκληρο το έθνος καταβαραθρώνεται.

»Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως επιδεικνύουμε ανοχή σε ένα αυξανόμενο κύμα βίας το οποίο περιφρονεί και απαξιώνει τόσο τις κοινές ανθρωπιστικές μας αξίες όσο και το δικαίωμά μας στον πολιτισμό. Αποδεχόμαστε ήρεμα τις ειδήσεις στις εφημερίδες πολιτών που σφαγιάζονται σε μακρινές χώρες. Αποθεώνουμε τον φόνο μέσα από τις κινηματογραφικές και τις τηλεοπτικές μας οθόνες και αυτό το αποκαλούμε ψυχαγωγία. Πολύ συχνά δικαιολογούμε όσους χτίζουν τις ζωές τους πάνω στα κατεστραμμένα όνειρα άλλων. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι σαφές: η βία φέρνει βία, η καταπίεση φέρνει αντίδραση και τις ψυχές μας μπορεί να απαλλάξει από αυτή τη νόσο μονάχα ολόκληρη η κοινωνία μας, σαν μια γροθιά.

»Υπάρχει ένας άλλος τύπος βίας, πιο αργός αλλά εξίσου φονικός, καταστροφικός όσο ένας πυροβολισμός ή μια βόμβα μέσα στη νύχτα. Αυτή είναι η θεσμική βία· η αδιαφορία και η παθητικότητα. Είναι η βία που προσβάλλει τους άπορους, που δηλητηριάζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων λόγω του δέρματός τους. Είναι η αργή εξόντωση ενός πεινασμένου παιδιού, σχολείων χωρίς βιβλία και σπιτιών χωρίς θέρμανση.

»Οταν διδάσκεις έναν άνθρωπο να μισεί και να φοβάται τον αδελφό του, όταν τον διδάσκεις ότι ο άλλος είναι λιγότερο άνθρωπος από τον ίδιο, εξαιτίας του δέρματός του ή των ιδεών του ή των πολιτικών που ακολουθεί, όταν διδάσκεις ότι όσοι διαφέρουν από εσένα απειλούν την ελευθερία σου ή τη δουλειά σου ή το σπίτι σου ή την οικογένειά σου, τότε αυτό που μαθαίνεις είναι να αντιμετωπίζεις τους άλλους όχι ως συμπολίτες σου αλλά ως εχθρούς τους οποίους πρέπει να αντιμετωπίζεις όχι μέσα από τη συνεργασία αλλά μέσα από την υποταγή. Ετσι μαθαίνουμε, εν τέλει, να βλέπουμε τους αδελφούς μας σαν ξένους, σαν ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε μια πόλη αλλά όχι μια κοινότητα· ανθρώπους με τους οποίους μας συνδέουν κοινές επιδιώξεις, αλλά όχι η κοινή προσπάθεια. Μαθαίνουμε να μοιραζόμαστε μονάχα έναν κοινό φόβο, μαθαίνουμε μονάχα στο κοινό ένστικτο να ζούμε μέσα από τη σύγκρουση και την άσκηση ισχύος.

»Οι ζωές μας πάνω σε αυτό τον πλανήτη είναι πολύ σύντομες και η δουλειά που πρέπει να καταβάλουμε πολύ μεγάλη για να μπορέσει το πνεύμα να ανθήσει στην πατρίδα μας. Φυσικά, δεν μπορεί κάτι τέτοιο να επιτευχθεί απλώς και μόνο μέσα από ένα πρόγραμμα και μετά από μια απόφαση. Ωστόσο, μπορούμε ίσως να θυμόμαστε ότι εκείνοι που ζούνε μαζί μας είναι αδέλφια μας, ότι μοιραζόμαστε όλοι αυτή τη σύντομη στιγμή που είναι οι ζωές μας· ότι όλοι δεν αναζητούμε τίποτα περισσότερο παρά την ευκαιρία να ζήσουμε τις ζωές μας με κάποιο νόημα, με ευτυχία, κατακτώντας αυτή την ικανοποίηση και την πληρότητα, στο μέτρο που μπορεί ο καθένας μας. Σίγουρα, αυτός ο δεσμός της κοινής πίστης, αυτός ο δεσμός του κοινού στόχου, μπορεί, κατ’ αρχήν, κάτι να μας διδάξει. Σίγουρα μπορούμε να μάθουμε, επιτέλους, να κοιτάζουμε τους άλλους δίπλα μας ως συνανθρώπους μας και σίγουρα μπορούμε να αρχίσουμε να δουλεύουμε λίγο σκληρότερα για να δέσουμε τις κοινές μας πληγές και να γίνουμε βαθιά μέσα στις καρδιές μας αδέλφια και συμπατριώτες για μία ακόμη φορά».

Ηταν, σε αποσπάσματα, η ομιλία του Ρόμπερτ Κένεντι, το 1968, μία ημέρα μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. «Μουσική υπόκρουση; Μπραμς, 3η Συμφωνία, τρίτο μέρος - Poco Allegretto».

Του Ηλία Μαγκλίνη από την Καθημερινή

Tι θα σήμαινε «αλλαγή γηπέδου»

(Σπάνια συμφωνώ με τον επιφυλλιδογράφο, αλλά η πρότασή του για την παδεία είναι γαργαλίστικη...)

Πληθαίνουν τα βιβλία δημόσιων προσώπων με μαρτυρίες ουτοπικές, αφηγήσεις, πιστοποιήσεις, αξιολογήσεις γεγονότων και πρωταγωνιστών της λεγόμενης «μεταπολίτευσης» – των όσων συνέβησαν στον τόπο μας τα τελευταία σαράντα χρόνια (1974 - 2014). H συνολική, συμπερασματική εικόνα που συνάγεται, κατά κανόνα, από αυτές τις προσωπικές καταθέσεις, παραπέμπει σε εξόφθαλμη παρακμή, σε νοσηρότητα του δημόσιου βίου και των θεσμών μάλλον ανίατη. Mοιάζει να έχουν χαθεί τα αντανακλαστικά ζωντανού οργανισμού, οι δυνατότητες συλλογικής αυτοάμυνας, οι αντιδράσεις και λειτουργίες ανάσχεσης κινδύνων ή απειλών.

Στις προσωπικές μαρτυρίες καταδείχνεται ψηλαφητή και ακαταγώνιστη η δυναμική της ελεύθερης πτώσης: H αποσύνθεση της δημόσιας διοίκησης με την καθολική επιβολή του πελατειακού κράτους, το αλαλούμ πειραματισμών, ιδεοληψίας και «προοδευτικής» στενοκεφαλιάς που διέλυσε την παιδεία, η αχαλίνωτη αυθαιρεσία του συνδικαλισμού: αμόκ αυτοκαταστροφής. Mικρότητες απίστευτης ευτέλειας των διαχειριστών της εξουσίας, βουλιμική απληστία κάθε κομματικής κουζίνας (κατά κυριολεξία παρακράτους της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης), χαμένη κάθε αίσθηση δημόσιου συμφέροντος, αυτονόητη η λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος.

H φυγοπονία κανόνας, η αναξιοκρατία καθεστώς, η απαιδευσία και η εξηλιθίωση ενδημικές. Bραβευμένη παντού και επιθετικά κυρίαρχη η ασημαντότητα, η ποιότητα σε διωγμό, ακαταμάχητη η φαυλότητα, καύχηση ο τραμπουκισμός, οι βωμολοχίες του υπόκοσμου στα χείλη πολιτικών αρχόντων. Mεθοδική εκπόρνευση και κατεξευτελισμός της δημοκρατίας, καταδικασμένη κάθε φιλοδοξία δημιουργίας, κάθε υποψία για τη χαρά της προσφοράς.

H κρίσιμη εκλογική μάζα, αυτή που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, άσκεφτη, ασυλλόγιστη, μωρόπιστη, με μοναδική χαρά ζωής την καταναλωτική ετοιμότητα, είναι αδύνατο να διακρίνει ποιος την εμπαίζει, ποιος σε βάρος της εγκληματεί. Aκόμα και σήμερα δίνει την ψήφο της στους αυτουργούς των κακουργημάτων υπερδανεισμού της χώρας, στους ανίκανους να διανοηθούν άλλη δυνατότητα ανάκαμψης από την ειλωτική πειθάρχηση στην «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών και σε ό,τι αυτό σημαίνει. Ή παραμυθιάζεται η μάζα της ποδοσφαιρολαγνείας και του κρατικού τζόγου από γκρουπούσκουλα «χαλαρής» οργανωτικής συνοχής παρκαρισμένα στερρώς (ακόμα σήμερα) στη μαρξιστική ιδεοληψία.

Mέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι μαρτυρίες, αφηγήσεις, πιστοποιήσεις, αξιολογήσεις γεγονότων και πρωταγωνιστών της «μεταπολίτευσης» κομίζουν πείρα και προβληματισμό, αλλά με την κατεστημένη νοο-τροπία μοιάζει αδύνατο να μη διολισθήσουν στην ανεδαφική ηθικολογία. Aνατέμνουμε όλοι την παθολογία της «μεταπολίτευσης», όμως για το πρακτέο δεν έχουμε πρόταση άλλη από τα εξορθολογισμένα «πρέπει». «Πρέπει» να γίνουν φίλεργοι, αδέκαστοι, παραγωγικοί οι δημόσιοι υπάλληλοι, «πρέπει» να σχεδιαστεί εξ υπαρχής η παιδεία, «πρέπει» το Σύνταγμα να εξασφαλίζει δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων – αναρίθμητα τα «πρέπει» της κοινής λογικής και του στοιχειώδους αυτοσεβασμού. Aλλά ποιος, με ποιο πολιτικό πρόγραμμα και ποια κοινωνική στήριξη θα κάνει πράξη αυτά τα «πρέπει»;

Περιθωριακή μάλλον, ίσως και δύσπεπτη η πρόταση που, χρόνια τώρα, ψελλίζεται σε αυτές εδώ τις επιφυλλιδογραφικές απόπειρες: Kοινωνική μεταβολή και, κατά συνέπεια, πολιτικός μετασχηματισμός θα προκύψει μόνο από μια ρεαλιστική απάντηση (αρθρωμένη σε κυβερνητικό πρόγραμμα) στο πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: Γιατί ο εφοριακός να μη «λαδωθεί», γιατί ο πολεοδόμος να μην εκβιάσει, γιατί ο γιατρός να αρνηθεί το «φακελάκι», γιατί ο εργολήπτης και ο προμηθευτής να μην καταχραστούν το κοινωνικό χρήμα, γιατί ο μπακάλης ή ο βενζινάς να μη νοθεύσουν την πραμάτειά τους, γιατί ο υπουργός να μη χρηματιστεί, γιατί ο βουλευτής να μην ακυρώσει τη συνείδησή του;

Γιατί; Eπειδή «πρέπει»; Eπειδή είναι χρηστικές (κοινά ωφέλιμες) οι κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς; Eπειδή το επιτάσσει το «κοινωνικό συμβόλαιο», το λέει η Hθική ή το διδάσκουν οι πρόσκοποι; Aστεία πράγματα. Oταν έχεις τη δυνατότητα, μία φορά, στη μία και μοναδική ζωή σου, «να κάνεις ένα δώρο στον εαυτό σου», να λωποδυτήσεις πεντακόσια (χωρίς πλαφόν ανδρεϊκό) εκατομμύρια από τον κρατικό κορβανά, ο μόνος ρεαλιστικός λόγος για να μην το κάνεις είναι ένας και μόνος: H άρνησή σου να σου χαρίζει χαρά μεγαλύτερη από όση θα σου έδιναν τα πεντακόσια εκατομμύρια.

Eίναι αρχή, βεβαιωμένη από την πανανθρώπινη εμπειρία: «Eρως έρωτι διακρούεται»: Eνας έρωτας, και κατά προέκταση κάθε σφοδρή ή ζωτική επιθυμία, εξουδετερώνεται μόνο από άλλον, συναρπαστικότερο έρωτα. Aδιαφορείς για τον πλούτο, την καταναλωτική μονομανία, την ακόρεστη δίψα για δύναμη, μόνο αν γευθείς κάποια χαρά ζωής υπέρτερη: Iσως το «καθαρό πρόσωπο» απέναντι στους συντοπίτες και τους φίλους σου. Iσως «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών, τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε». Iσως το πάθος για την καλλιέργεια, τη γλώσσα, την ποιότητα.

Mια πολιτική πρόταση με ρεαλιστικές ελπίδες ανάσχεσης της σημερινής κατρακύλας στο χάος και στην ντροπή, θα ήταν εφικτή μόνο αν κόμιζε συνεπή άρνηση να «παίξει» στο γήπεδο του σημερινού πολιτικού συστήματος. Tο τι θα σήμαινε έμπρακτα μια τέτοια άρνηση, δεν μεταφράζεται εύκολα σε καταναλώσιμες συνταγές, μόνο με εικόνες μπορεί να υποδηλωθεί η «άλλη» λογική, η αλλαγή γηπέδου: Mε συνειδητή τη δεδομένη οικονομική καταστροφή, πρώτη πολιτική επιδίωξη να αποκτήσει η χώρα τα καλύτερα κλασικά λύκεια της Eυρώπης, τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές θεωρητικών μαθηματικών. H συνολική αποτυχία ξεπερνιέται, όταν κάπου αριστεύεις, όταν ξαναγεννηθεί αυτοπεποίθηση. Eίμαστε στο ναδίρ της αποβιομηχάνισης, σε απελπιστική πτώση της παραγωγικότητας; Ξεκινάμε διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από το Δημοτικό, αναβαθμίζουμε προκλητικά το μάθημα της μουσικής στα σχολειά. Tέτοιου είδους ενεργήματα δείχνουν τι σημαίνει: αρνούμαι να παίξω στο γήπεδο της παρακμής.

Πρώτιστη έγνοια: ο σχεδιασμός κατάργησης της αλλοτριωτικής μαζοποίησης που φέρει τα ιερά ονόματα «Kαποδίστριας» και «Kαλλικράτης» – επιστροφή στη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, χάρη στην οποία επιβίωσε ο Eλληνισμός χιλιάδες χρόνια. Kεφαλαιώδης προτεραιότητα, η συνεπής αποκέντρωση παραγωγικών μονάδων, υπουργείων και διοικητικών κέντρων. H ανασύνταξη εξ υπαρχής του εκπαιδευτικού συστήματος και του θεσμού κοινωνικού ελέγχου της ραδιοτηλεόρασης (EΣP). Kατάργηση κάθε κρατικής ανάμειξης στον επαγγελματικό αθλητισμό. Mιλάμε πάντοτε για ενδείξεις και εικόνες «αλλαγής γηπέδου» στην πολιτική.

Mιλάμε για το ανέφικτο. Που είναι πάντοτε ο γονιμότερος στόχος της ελπίδας.

Του Χρήστου Γιανναρά, αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Σε τριάντα χρόνια...

Μας έβαλε δύσκολα ο Γιάννης Τροχόπουλος, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος. Μιλώντας την περασμένη Τετάρτη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη με θέμα τα Ιδρύματα σε περίοδο κρίσης, ζήτησε να συστρατευτούμε «σε κάτι που δεν θα ζήσουμε εμείς, αλλά τα παιδιά μας». «Η Εθνική Βιβλιοθήκη θα λαμπρύνει την ιστορία του τόπου σε 30 χρόνια από τώρα».
Για μια κοινωνία που εκπαιδεύτηκε να καταναλώνει μόνο σε χρόνο παρόντα και όχι να επενδύει στο μέλλον, όποια προοπτική υπόσχεται μακροπρόθεσμα οφέλη αποτελεί άγνωστη συνθήκη. Πώς, λοιπόν, θα εργαστούμε για κάτι ασαφές, σημαντικό μεν —ποιος θα διαφωνούσε— αλλά καθόλου χειροπιαστό, σχεδόν άυλο; Επίσης, τι ακριβώς σημαίνει «θα λαμπρύνει την ιστορία του τόπου»; Πώς μπορεί να καταυγάσει η μάθηση, η εκπαίδευση, μια χώρα με απαξιωμένη δημόσια εκπαίδευση και κλειστά πανεπιστήμια;
Κι όμως· σε αυτήν την ταραγμένη εποχή, που καμία επόμενη μέρα δεν είναι ίδια με την προηγούμενη, οι βιβλιοθήκες αποτελούν θέμα συζήτησης διεθνώς: στην Αμερική, στην Ασία, στην Ευρώπη. Αλλάζει η πρόσληψη της γνώσης, ο τρόπος που αντλούμε την πληροφορία, η αξιολόγηση της μνήμης, η διαμόρφωση της σκέψης, η σχέση μας με τα βιβλία. Οι βιβλιοθήκες αλλάζουν. Πώς;
Σε ένα κατατοπιστικό κείμενο στην ιστοσελίδα του προγράμματος Future Library διαβάζουμε: «Στο παρελθόν η βιβλιοθήκη είχε ως επίκεντρο τα βιβλία. Στο μέλλον, τον αναγνώστη. Στο παρελθόν αποτελούσε χώρο αναζήτησης πληροφοριών. Πλέον, βοηθά στη δημιουργία της πληροφορίας και την επικοινωνία της στο κοινό. Κάποτε, ήταν τόπος για τους μοναχικούς ανθρώπους. Στο μέλλον, είναι τόπος συγκέντρωσης και δραστηριοποίησης ομάδων. Στη βιβλιοθήκη του παρελθόντος όλα περιστρέφονταν γύρω από οδηγίες, κανόνες και την επικρατούσα πολιτική του χώρου. Τώρα, επικεντρώνεται στην άνεση, στην εξυπηρέτηση και προσέγγιση του κοινού ανάλογα με τις ανάγκες του. Στο παρελθόν, η εκτύπωση και αναπαραγωγή συγγραμμάτων ήταν το σύνηθες. Στο μέλλον, έχει ως έργο την ανάπτυξη πολυποίκιλων συγγραμμάτων — το τύπωμά τους, την ηχητική και οπτική αναπαραγωγή τους».
Ο «knowledge worker» του 21ου αιώνα είναι άνθρωπος πολλαπλών δεξιοτήτων: ευέλικτος, προσαρμοστικός, χωρίς αμετακίνητα γνωστικά αντικείμενα, που επιδίδεται στη διά βίου εκπαίδευση. Ένας νέος ανθρωπότυπος που σμιλεύεται στη βιβλιοθήκη του μέλλοντος. Για την ακρίβεια: δεν διαμορφώνεται έξω από αυτήν, γιατί ό,τι περιλαμβάνει τη γνώση δεν είναι αποκομμένο από την κοινωνία. Αντίθετα· αποτελεί κομβικό σημείο της, εστία εξέλιξης και ωρίμανσης. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Σιγκαπούρης ανέκαμψε όταν προσανατολίστηκε στην εκπαίδευση, στη βελτίωση του ανθρώπινου δυναμικού», σημειώνει ο Γ. Τροχόπουλος. Ήταν, πριν από δυο μήνες, ανάμεσα στους επίσημους προσκεκλημένους της νεόδμητης και εντυπωσιακής κατασκευής στο Μπέρμιγχαμ, της μεγαλύτερης βιβλιοθήκης της Ευρώπης. «Είχε 300 επίσημους τη μία μέρα και 10.000 επισκέπτες την επόμενη. Κινδυνεύουμε, αν δεν προνοήσουμε, να βιώσουμε την απόλυτη αντιστροφή. Να έχουμε 10.000 κόσμο στα εγκαίνια και 300 την επόμενη μέρα», είχε σχολιάσει μετά την επιστροφή του, αναφερόμενος στο έργο του Ρέντσο Πιάνο στο Φαληρικό Δέλτα. «Εκεί, υπάρχει το κοινό. Εδώ, πρέπει να το δημιουργήσουμε».
Οι εκστρατείες φιλαναγνωσίας καλλιεργούν τη συνήθεια από τη μικρή ηλικία. Αρκεί; Συνέργειες, συνεργασία. Με τις ανά την Ελλάδα βιβλιοθήκες και τις τοπικές κοινωνίες. Αρκεί; Συνεχείς πειραματισμοί, άνοιγμα σε όλα τα κοινωνικά πεδία. Ο Δημήτρης Πρωτοψάλτου (επικεφαλής του Future Library) αναρωτιέται; «Ποιοι είναι το βασικό μας κοινό; Οι φτωχοί, εκείνοι που δεν μπορούν να αγοράσουν βιβλία ή κομπιούτερ, που δεν έχουν να πληρώσουν φροντιστήριο, οι μετανάστες, οι κάτοικοι των απομακρυσμένων περιοχών. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των ανθρώπων αυτών έχει γιγαντωθεί. Γι’ αυτό, ενώ τα κρατικά κονδύλια για τις Βιβλιοθήκες έχουν μειωθεί κατά 80%, η επισκεψιμότητά τους έχει αυξηθεί».
Οι ψηφίδες του παζλ έχουν κοινωνική ταυτότητα. Οι τάξεις των αναγνωστών θα πυκνώνουν όσο οι εκστρατείες φιλαναγνωσίας λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς. Η δουλειά που πρέπει να γίνει, σε όλα τα μέτωπα, είναι σύνθετη και εντατική. Ειδικά στην Ελλάδα της καχυποψίας, των διαχωριστικών γραμμών, που εντάθηκαν με την κρίση, του εσωτερικού διχασμού και της εξωτερικής αδιαφάνειας. Οι διαδρομές που χαράσσονται, είναι διαδρομές στην ομίχλη. Όσο πιο ενθαρρυντικά εμφανίζονται τα αποτελέσματα της προσπάθειας τόσο η ατμόσφαιρα θα γίνεται πιο διαυγής. Τόσο ο χρόνος δεν θα είναι μέλλοντας αλλά παρόντας. Θα μας περιβάλλει. Κάθε βήμα θα εγγράφεται στο σώμα της κοινωνίας, όσο μικρό και αν είναι. Προοπτική είναι αυτή ακριβώς η συστράτευση σε έναν σκοπό. Η ελάχιστη αλλά λυσιτελής εργασία. Ούτως ή άλλως -πρέπει να το επαναλαμβάνουμε διαρκώς- οι σημαντικές μετατοπίσεις προετοιμάζονται δεκαετίες νωρίτερα. Εδραιώνονται μέρα τη μέρα, κερδίζονται αθόρυβα και επίμονα. Μονότονα, σχεδόν πληκτικά. Χωρίς εξάρσεις και πανηγυρισμούς, θριαμβευτικές ανακοινώσεις και άδειες υποσχέσεις. Η προσμονή είναι συλλογική προσπάθεια. Οπως και η κατάκτηση.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο του στους «New York Times», ο Τόμας Φρίντμαν, με αφορμή την επίσκεψή του στη Νότια Κίνα για να καταγράψει από κοντά την προσπάθεια νέων εκπαιδευτικών από 32 χώρες του κόσμου στο πρόγραμμα Teach for All, σημειώνει: «Ξόδεψα πολύ καιρό γράφοντας για ανθρώπους που καταστρέφουν και αφιέρωσα πολύ λίγο χρόνο για να καλύψω προσπάθειες ανθρώπων που δημιουργούν». Τροφή για σκέψη.


Άρθρο της Μαρίας Κατσουνάκη από την Καθημερινή 10-11-2013

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Να σέβεσαι και να ανέχεσαι τους άλλους

Σε μια πρόσφατη έρευνα πραγματοποιημένη από το World Values Survey με θέμα τη σημασία που δίνουν οι γονείς στη μετάδοση στα παιδιά τους της αξίας του σεβασμού και της ανεκτικότητας, η Ελλάδα κατατάχθηκε τελευταία ανάμεσα σε 69 χώρες. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικογένεια δεν θεωρεί σημαντικό να κοινωνικοποιεί τους νέους με βάση τις παραπάνω αξίες. Καθόλου τυχαία νομίζω, χαμηλά μαζί με την Ελλάδα βρίσκονται χώρες όπως η Ουγκάντα, η Αλγερία και το Πακιστάν, ενώ οι πέντε πρώτες χώρες στη σχετική λίστα ήταν η Σουηδία, η Ολλανδία, η Δανία, η Γαλλία και η Ισλανδία. Το αποτέλεσμα της έρευνας δεν πρέπει να μας εκπλήσσει καθώς με μια προσεκτικότερη ματιά θα αντιληφθούμε πως εδώ βρίσκεται η ρίζα πολλών δεινών μας ως κοινωνία.

Ο σεβασμός και η ανεκτικότητα είναι συμπληρωματικές αλλά διαφορετικής προέλευσης αξίες. Ο σεβασμός έχει να κάνει με την αντιμετώπιση του άλλου στη βάση κυρίως μιας ιδιότητας ή ενός ρόλου και απορρέει από καθιερωμένους κανόνες κοινωνικής διαβίωσης: για παράδειγμα, σεβόμαστε τους δασκάλους μας, τους γονείς μας ή τους ηλικιωμένους, τους γείτονες ή τους προϊσταμένους μας. Από την άλλη, ανεκτικότητα σημαίνει προθυμία να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να σκέφτονται, να εκφράζονται και να δρουν ακόμη και με τρόπους οι οποίοι δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.

Ο σεβασμός ως αξία βρίσκεται εγγύτερα στον κόσμο του συντηρητισμού και της ευταξίας. Αποτελεί το είδος εκείνο της συμπεριφοράς που αντικατοπτρίζει αποδοχή παγιωμένων κοινωνικών ρόλων και σχέσεων. Από την άλλη, η ανεκτικότητα είναι μια φιλελεύθερη αξία που δείχνει την ικανότητά μας να συνυπάρχουμε με τους άλλους σε μια πλουραλιστική κοινωνία. Οπως σημειώνει ο πολιτικός επιστήμονας Α. Heywood, η φιλελεύθερη κοινωνική ηθική χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την αποδοχή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιβράβευση της ηθικής, πολιτισμικής και πολιτικής διαφορετικότητας.

Μια κοινωνία μπορεί να παρουσιάζει πλεόνασμα σεβασμού και έλλειμμα ανεκτικότητας ή το αντίστροφο. Καμιά χώρα όμως δεν μπορεί να πάει μακριά εάν έχει έλλειμμα και στις δύο αυτές αξίες. Κι εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Παραδοσιακά συντηρητική, η ελληνική κοινωνία ήταν ανέκαθεν ελλειμματική σε ανεκτικότητα. Ο άλλος, ως διαφορετικός, είτε ενέπνεε φόβο είτε περιφρόνηση και διακωμώδηση (οι ομοφυλόφιλοι και οι διάφορες πολιτισμικές, θρησκευτικές ή άλλες μειονότητες το έζησαν έντονα στο πετσί τους αυτό). Από την άλλη όμως, η αξία του σεβασμού ήταν ιδιαίτερα ψηλά μέσα στη μέση ελληνική οικογένεια: να μάθεις να σέβεσαι τους άλλους ήταν κάτι με το οποίο γαλουχήθηκαν γενιές ολόκληρες παιδιών ακόμη (ή συνήθως) και με τη μέθοδο της «ράβδου».

Η ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης υπονόμευσε τις καθιερωμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Ο ηλικιωμένος καθηγητής σου, για παράδειγμα, έπαψε να θεωρείται πηγή κοινωνικής αυθεντίας και αξιοσέβαστο πρόσωπο. Τώρα μπορείς να τον χλευάζεις δημόσια, να του χτίζεις το γραφείο ή να τον κρατάς όμηρο για ώρες. Αν χρειαστεί μπορείς και να τον χτυπήσεις (όχι πολύ, ίσα-ίσα για «συμμόρφωση»). Το ίδιο μπορείς να κάνεις και με τους αντιπροσώπους (που εσύ ψήφισες) στο Κοινοβούλιο ή οποιονδήποτε άλλο φορέα υποτιθέμενου κύρους ή εξουσίας. Η ατομική ή συλλογική επιδίωξη, το «έτσι θέλω» έγινε για πολλούς η μόνη νομιμοποιητική δύναμη (παρατηρήστε πώς συμπεριφέρονται πολλοί συνδικαλιστές). Η μεταπολίτευση έθεσε άλλες προτεραιότητες και η παλιά τάξη πραγμάτων έπρεπε να υποχωρήσει. Εξάλλου, όπως το είχε πει ο Α. Παπανδρέου: δεν υπάρχουν θεσμοί παρά μόνο ο λαός.

Ο σεβασμός ως αξία έχασε τη σημασία του, λοιπόν, αλλά μήπως γίναμε πιο ανεκτικοί; Κάθε άλλο. Καθετί διαφορετικό ως άποψη ή στάση ζωής προσλαμβάνεται ως απαράδεκτο και ως πρόκληση: Δείτε την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και θα το αντιληφθείτε γρήγορα: φωνές και ύβρεις, προσβολές κάθε είδους. Στο Κοινοβούλιο η κατάσταση είναι οικτρή. Μπορεί να σας φαίνεται παλιομοδίτικο (ίσως να φταίει ότι μεγαλώνω κιόλας), αλλά συγκινούμαι όταν ακούω αγορεύσεις παλιών κοινοβουλευτικών.

Μήπως όμως οι πολίτες μεταξύ τους συζητούν καλύτερα; Παρατηρήστε τους διαλόγους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η υπεραφθονία λεκτικής βίας με εκπλήσσει αρνητικά, με σοκάρει. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πόση πολλή ηδονή μπορεί να προσφέρει σε κάποιους η τάση να ξεφτιλίζουν και να υποβιβάζουν τον συνομιλητή τους και αυτόν που απλώς διαφωνεί μαζί τους. Ισως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιτυχίας του ιδιότυπου χιούμορ του Λαζόπουλου: στη χαρά που πολλοί παίρνουν όταν βλέπουν αυτούς που δεν συμφωνούν μαζί τους να ταπεινώνονται έστω και μέσω της σάτιρας (ή με πρόσχημα αυτήν).

Και ύστερα απορούμε για την ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής ή άλλων μορφών εξτρεμισμού. Στην πραγματικότητα, η λεκτική βία και η ισοπέδωση της διαφορετικής άποψης δεν είναι παρά ο προθάλαμος της σωματικής βίας και του αυταρχισμού. Οταν αποκαλείς τον άλλον δωσίλογο, πουλημένο, φασίστα, προδότη, γιατί απορείς στη συνέχεια αν κάποιοι θερμοκέφαλοι πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα;
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή